Γίνεται να χάσεις βάρος μόνο με άσκηση χωρίς να κάνεις διατροφή;

Γίνεται να χάσεις βάρος μόνο με άσκηση χωρίς να κάνεις διατροφή;

Της Ηλιάνας Ηλιοπούλου*

Όταν κάποιος ξεκινάει κάποιο πρόγραμμα διατροφής με σκοπό την απώλεια βάρους, φυσικά και τον ενδιαφέρει ότι πιο γρήγορο και ότι πιο εύκολο.

Γι’ αυτό και συχνά εμείς οι διαιτολόγοι δεχόμαστε ερωτήσεις σχετικές με αυτό, μια από αυτές είναι αν αυτό είναι εφικτό χωρίς διατροφή ή δίαιτα όπως πολλοί λένε και μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την άσκηση;

Στο συγκεκριμένο άρθρο θα προσπαθήσω να ξεκαθαρίσω τι ακριβώς συμβαίνει, ώστε οι προσδοκίες από την προσπάθεια που κάθε φορά κάνει κάποιος να συμβαδίζουν πάντα και με την πραγματικότητα.

Ισοζύγιο ενέργειας

Όπως όλοι ξέρουμε, για να μπορέσει να επιτευχθεί η πολυπόθητη απώλεια βάρους στο άτομο, πρέπει να επιτευχθεί αρνητικό ισοζύγιο ενέργειας. Τι σημαίνει όμως αυτό; Πολύ σύντομα να πούμε ότι στην μία μεριά της ζυγαριάς βρίσκονται οι προσλαμβανόμενες θερμίδες, δηλαδή οι θερμίδες που λαμβάνουμε μέσω της κατανάλωσης τροφής, αλλά και υγρών τα οποία έχουν ενέργεια, και από την άλλη μεριά της ζυγαριάς βρίσκονται οι θερμίδες που καταναλώνουμε μέσα στην ημέρα μας, οι οποίες περιλαμβάνουν τις βασικές μας ενεργειακές καύσεις (το βασικό μας μεταβολικό ρυθμό) και τη σωματική δραστηριότητα την οποία κάνουμε μέσα στην ημέρα.

Η πολυπόθητη απώλεια βάρους επιτυγχάνεται όταν καταφέρουμε να «γείρουμε»  τη ζυγαριά προς την μεριά των καύσεων, δηλαδή των θερμίδων που καταναλώνουμε ανά ημέρα.

Αυτό ωστόσο μπορούμε να το πετύχουμε με τρεις τρόπους. Ο πρώτος τρόπος είναι να μειώσουμε την προσλαμβανόμενη ενέργεια, δηλαδή να γίνουμε πιο προσεκτικοί στο τι τρώμε και τι πίνουμε καθημερινά ώστε να περιορίσουμε τις θερμίδες που λαμβάνουμε και να πετύχουμε ένα ικανοποιητικό ενεργειακό έλλειμμα σε σχέση με ότι μας συντηρεί που οφείλει να είναι της τάξεως των 500 θερμίδων ανά ημέρα για να καταφέρουμε να επιτύχουμε την απώλεια ενός κιλού στο σύνολο της εβδομάδας.

Αυτό το έλλειμμα είναι σχετικά πιο εύκολο να επιτευχθεί αμιγώς με την διατροφή, από ότι αμιγώς με την άσκηση και το γιατί θα το εξηγήσουμε ευθύς αμέσως.

Ας θεωρήσουμε λοιπόν, ότι κάποιος θέλει να επιτύχει το σκοπό του να χάσει βάρος μόνο μέσω της άσκησης, χωρίς να τροποποιήσει ή να βελτιώσει το πιάτο του, που είναι ο δεύτερος τρόπος για να επιτύχει το στόχο του. Αυτό για να συμβεί θα πρέπει το ενεργειακό έλλειμμα που αναφέραμε παραπάνω να το εξασφαλίσει μέσω της προπόνησης, δηλαδή να προπονείται αν όχι κάθε μέρα ώστε να χάνει με πιο γρήγορο ρυθμό βάρος ανά εβδομάδα, τουλάχιστον 4-5 φορές ανά εβδομάδα.

Η προπόνηση που θα ακολουθεί, θα πρέπει να είναι επαρκής διάρκειας και έντασης ώστε να του εξασφαλίζει τουλάχιστον μια απώλεια ενέργειας της τάξης των 500 θερμίδων ανά φορά, κάτι που σημαίνει ότι δεν μπορεί να διαρκεί λιγότερο από 1-1,5 ώρα αναλόγως την ένταση που ακολουθεί ο αθλούμενος. Αυτό δεν γνωρίζω κατά πόσο είναι εφικτό από πολλούς και πόσοι είναι διατεθειμένοι να αφιερώσουν τόσο χρόνο και ένταση και αυτή τη συχνότητα της προπόνησης ώστε να εξασφαλίσουν την απώλεια που θέλουμε, αν και τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αυξημένη ενασχόληση με τις αθλοπαιδιές και τη γυμναστική και αυτό είναι πολύ αισιόδοξο.

Να σημειώσουμε και να τονίσουμε ότι ίσως ο τρίτος τρόπος για επίτευξη του στόχου, που είναι ένας συνδυασμός από διατροφή και άσκηση είναι ίσος ο καλύτερος τρόπος για να επιτευχθεί το όποιο αποτέλεσμα προσδοκάται. Και αυτό διότι το ενεργειακό έλλειμμα που έχουμε θέσει σαν στόχο, μπορεί να επιτευχθεί με περισσότερη ευκολία και επιπλέον, ο συνδυασμός έχει και κάποια ακόμη πλεονεκτήματα σε σχέση με τους προηγούμενους τρόπους.

Με τη μέθοδο «μόνο δίαιτα» ο ενδιαφερόμενος θα χάσει ναι μεν κιλά, αλλά κάποια από αυτά μπορεί να είναι και μυϊκά, ειδικά αν μιλάμε για μεγάλη απώλεια βάρους. Και αυτό γιατί αν δεν ασκείται καθόλου, οι μύες του δεν γίνεται να μείνουν ανεπηρέαστοι από την απώλεια βάρους ακόμα και σε ένα πολύ μικρό βαθμό. Αυτό θα του κοστίσει μελλοντικά γιατί θα μειωθεί ο βασικός μεταβολικός του ρυθμός με αυτό τον τρόπο, δηλαδή θα πρέπει να τρώει λιγότερο από πριν για να συντηρείται στα ίδια κιλά.

Συνδυασμός

Με τη μέθοδο «μόνο άσκηση», δεν πρόκειται να χάσει καθόλου μυϊκό ιστό αν ακολουθήσει μια σωστή προπόνηση και μάλιστα θα εξασφαλίσει και την μέγιστη απώλεια λίπους για τα κιλά που θα χάσει…αρκεί να μην κάνει πολλές διατροφικές εκτροπές! Γιατί τι νόημα έχει να προπονείται κάποιος σκληρά και μετά να γυρνάει και να τρώει γλυκό; Είναι σαν να μηδενίζει την προπόνηση που έκανε! Γι’ αυτό και καταλήγουμε στο ότι ο καλύτερος τρόπος είναι ο τελευταίος, δηλαδή ένας συνδυασμός της διατροφής και της άσκησης, ο οποίος θα επιφέρει στο άτομο τα μέγιστα και τα καλύτερα αποτελέσματα!


*Η Ηλιάνα Ηλιοπούλου είναι Κλινικός Διαιτολόγος Διατροφολόγος Msc. Αρθρογραφεί συστηματικά όντας συνεργάτης σε διάφορα portal στο διαδίκτυο. Είναι συνεργάτης της διατροφικής ομάδας mednutrition και επίσης είναι μέλος και αρθρογραφεί για το Ελληνικό Ίδρυμα Γαστρεντερολογίας και Διατροφής. Είναι μέλος του Πανελληνίου Συλλόγου Διαιτολόγων Διατροφολόγων.


Ακολουθήστε το Run 'n Fun στο Google News

Previous ArticleNext Article

Άσκηση και εγκυμοσύνη: Τι επιτρέπεται και τι όχι;

Photo by lucas Favre on Unsplash

Ενώ είναι γενικά γνωστό πως η άσκηση είναι ασφαλής κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, με τόσες πολλές πληροφορίες που κυκλοφορούν, ενδέχεται να είναι δύσκολο για μια έγκυο να καταλάβει πόση ακριβώς άσκηση πρέπει να κάνει και φυσικά, αν υπάρχουν ορισμένες ασκήσεις που πρέπει να αποφύγει.

Η άσκηση είναι καλή για τη μητέρα και το μωρό της, αλλά δεδομένων όλων των αλλαγών που συμβαίνουν στο σώμα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, καλό είναι μια έγκυος να είναι πιο προσεκτική όταν ασκείται.

Μία από αυτές τις αλλαγές είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί το καρδιαγγειακό σύστημα. Επειδή το μωρό χρειάζεται συνεχή παροχή οξυγόνου για να αναπτυχθεί – και λόγω του πόσο γρήγορα μεγαλώνει – η μητέρα θα παρουσιάσει αύξηση του όγκου του αίματος κατά 45-50% για να μεταφέρει το απαραίτητο οξυγόνο στο μωρό.

Καρδιακός ρυθμός

Ο καρδιακός ρυθμός της μητέρας αυξάνεται επίσης για να διασφαλίσει ότι το μωρό λαμβάνει αρκετό οξυγόνο. Αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει επιπλέον πίεση στην καρδιά και τους πνεύμονες της γυναίκας όταν κάνει οποιοδήποτε είδος δραστηριότητας.

Το αναπνευστικό σύστημα επηρεάζεται επίσης. Η ποσότητα οξυγόνου που μπορεί να εισπνεύσει η μητέρα αυξάνεται κατά περίπου 40-50% για να δώσει στο μωρό το οξυγόνο που χρειάζεται. Αυτή η αλλαγή συμβαίνει επίσης επειδή το μωρό επηρεάζει τη λειτουργία των πνευμόνων μειώνοντας τον χώρο στον οποίο μπορούν να φουσκώσουν οι πνεύμονες της μητέρας. Αυτές οι αλλαγές μπορεί να κληροδοτήσουν στη μητέρα περισσότερη δύσπνοια, γεγονός που θα κάνει ακόμη και τις καθημερινές εργασίες πιο απαιτητικές.

Προσοχή στις αρθρώσεις 

Οι αρθρώσεις του σώματος χαλαρώνουν επίσης, εν μέρει λόγω της αλλαγής του κέντρου μάζας της μητέρας και επειδή η λεκάνη έχει πάρει κλίση. Ο τρόπος με τον οποίο το σώμα τροφοδοτείται με καύσιμα αλλάζει επίσης. Όταν τρώμε, το σώμα αποθηκεύει τα υποπροϊόντα των τροφών (συνήθως τη γλυκόζη ή τους υδατάνθρακες) στο συκώτι και τους μύες μας, με τρόπο που το σώμα να μπορεί να αντλήσει ενέργεια από αυτές όταν χρειάζεται, όπως όταν γυμναζόμαστε. Όταν είστε έγκυος, υπάρχει λιγότερη διαθέσιμη γλυκόζη. Αυτό συμβαίνει επειδή το μωρό την χρειάζεται για να αναπτυχθεί. Έτσι, η μητέρα μπορεί κουράζεται όταν σε οποιαδήποτε είδος δραστηριότητας – συμπεριλαμβανομένης της άσκησης.

Φυσικά, όλες αυτές οι αλλαγές δεν σημαίνουν ότι δεν πρέπει να ασκείστε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Μελέτες δείχνουν ότι η αερόβια άσκηση (όπως το περπάτημα, τζόκινγκ ή το κολύμπι) κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης για τουλάχιστον 150 λεπτά την εβδομάδα μπορεί να βελτιώσει τη φυσική κατάσταση, να αυξήσει τον μυϊκό τόνο και τη δύναμη και να μειώσει την αύξηση του σωματικού βάρους. Η άσκηση μπορεί επίσης να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης πόνου στην πλάτη, ο οποίος αποτελεί κοινό πρόβλημα για πολλές εγκύους.

Υπάρχουν επίσης κάποιες περιορισμένες ενδείξεις ότι η τήρηση ενός προγράμματος άσκησης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να βοηθήσει ορισμένες γυναίκες να βιώσουν συντομότερο τοκετό και επίσης, να μειώσουν την πιθανότητα να χρειαστούν καισαρική τομή.

Κατά τα άλλα, η άσκηση δεν είναι καλή μόνο για τη μητέρα, αλλά και για το μωρό. Αν και μπορεί να το επηρεάσει άμεσα (για παράδειγμα, η άσκηση της μητέρας μπορεί να προκαλέσει αύξηση του καρδιακού ρυθμού του μωρού), οι ερευνητές ισχυρίζονται ότι η άσκηση δεν προκαλεί συμπτώματα ή σημάδια στρες στο μωρό. Η τακτική άσκηση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί επίσης να μειώσει την πιθανότητα το μωρό να είναι υπέρβαρο στην ενήλικη ζωή.

Τι πρέπει να αποφεύγετε 

Ωστόσο παρά το ότι η άσκηση είναι ασφαλής τόσο για τη μητέρα όσο και για το μωρό, ορισμένες δραστηριότητες πρέπει να αποφεύγονται. Προφανώς, θα πρέπει να αποφεύγονται τα μαχητικά αθλήματα ή εκείνα που μπορεί να έχουν αυξημένο κίνδυνο πτώσης, όπως η ιππασία ή η ποδηλασία.

Το να σηκώνετε βάρη, εξακολουθεί να θεωρείται ασφαλής και αποτελεσματική μορφή άσκησης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, αλλά ίσως είναι καλύτερο να το κάνετε με έναν φίλο ή έναν προσωπικό γυμναστή και να αποφεύγετε τα υπερβολικά φορτία, καθώς αυτά αυξάνουν τον κίνδυνο τραυματισμών των μυών και των αρθρώσεων.

Θα πρέπει επίσης να αποφεύγετε την άσκηση σε υψηλές θερμοκρασίες (ειδικά σε θερμοκρασίες άνω των 32 βαθμών Κελσίου), λόγω της επιπλέον πίεσης που μπορεί να προκαλέσει σε εσάς και στην καρδιά του μωρού σας. Κάτι άλλο που πρέπει να εξετάσετε προσεκτικά είναι οποιαδήποτε μορφή άσκησης που απαιτεί από τη μητέρα να ξαπλώνει είτε μπρούμυτα είτε ανάσκελα, όπως συμβαίνει κατά τη διάρκεια της γιόγκα ή του πιλάτες. Στη γιόγκα και τις πιλάτες υπάρχει συγκεκριμένο ασκησιολόγιο για εγκυμονούσες και καλό είναι ο γυμναστής σας να σας καθοδηγήσει. Ο λόγος είναι ότι υπάρχει αυξημένη πιθανότητα υπότασης, που μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο λιποθυμίας όταν σηκώνεστε.

Με άλλα λόγια, ενώ μπορεί να χρειαστεί να το πάρετε λίγο πιο χαλαρά αν θέλετε να ασκείστε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (ειδικά κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου), αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να γυμνάζεστε λιγότερο απ’ ό,τι πριν. Γενικά, συνιστάται στους ανθρώπους να κάνουν τουλάχιστον 150 λεπτά καρδιαγγειακής άσκησης την εβδομάδα. Το ίδιο ισχύει και για τις γυναίκες που είναι έγκυες, αν και μπορεί να χρειαστεί να μειώσετε την ένταση με την οποία γυμνάζεστε.

Και αν αποφασίσετε να ασκηθείτε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, είναι σημαντικό να βεβαιωθείτε ότι τρώτε και πίνετε αρκετά, καθώς η άσκηση απαιτεί περισσότερη ενέργεια. Όσο πιο απαιτητική είναι η άσκηση, τόσο περισσότερες θερμίδες θα πρέπει να καταναλώσετε μετά.

Διαβάστε επίσης: Η… μεταβολική σχέση που έχει μια έγκυος με έναν υπεραθλητή!

Ακολουθήστε το Run 'n Fun στο Google News

Γιατί έχουμε επιθυμία για γλυκό μετά το φαγητό;

Γράφει η Μάιρα-Ευαγγελία Στεφανάκου* 

«Δεν έχει γλυκό αν δε φας όλο το φαγητό σου.» – φράση που θυμόμαστε όλοι από τα παιδικά πάρτυ που πηγαίναμε μικροί. «Αν φας το φαγητό σου, θα σου πάρω τη σοκολάτα που σου αρέσει.» Μήπως υπάρχει ένα μοτίβο εδώ; Γιατί ο οργανισμός μας δεν μπορεί να αντισταθεί στα γλυκά, σε σημείο να τα θεωρούμε έως και «επιβράβευση» μετά από ένα ολοκληρωμένο γεύμα;

Είναι αλήθεια ότι όλοι γνωρίζουμε τη σημασία της εγκράτειας απέναντι στα γλυκά, ειδικά στο πλαίσιο της επίτευξης ή διατήρησης του ιδανικού μας βάρους. Εντούτοις, η επιθυμία για κάτι γλυκό, ειδικά μετά από ένα αλμυρό γεύμα, υπονομεύει την προσπάθειά μας αυτή, πόσω μάλλον αν είναι συνήθεια ετών.

Γιατί δημιουργείται η επιθυμία για γλυκό;

Η αναζήτηση του γλυκού είναι κάτι κοινό στους ανθρώπους, καθώς έχει κατά κάποιο τρόπο περάσει στην ίδια μας τη βιολογία. Η αγάπη για τη γλυκιά γεύση είναι κάτι που στην πραγματικότητα ευνόησε πολύ το ανθρώπινο είδος στο ταξίδι της εξέλιξής του, αφού ανέκαθεν το προσανατόλιζε σε τρόφιμα τα οποία ήταν βρώσιμα και ασφαλή (αντίθετα με τα δηλητηριώδη τρόφιμα που συνήθως είναι πικρά) και θρεπτικά.

Τρανό παράδειγμα είναι άλλωστε, τα φρούτα, πλούσια σε ενέργεια και απαραίτητα θρεπτικά συστατικά όπως οι βιταμίνες και τα αντιοξειδωτικά. Αυτή η στροφή της ανθρώπινης διατροφής στην επιλογή γλυκών τροφίμων είναι ακόμη πιο έντονη στη βρεφική και παιδική ηλικία.

Γιατί το σπανάκι κόβει την όρεξη για γλυκό;

Όταν γευόμαστε κάτι γλυκό, τα σάκχαρα ανεβάζουν τα επίπεδα του αμινοξέος τρυπτοφάνη, που με τη σειρά του αυξάνει τη σύνθεση της σεροτονίνης (ο «νευροδιαβιβαστής της ευεξίας»). Με αυτό τον τρόπο, ενεργοποιείται το σύστημα του εγκεφάλου που προκαλεί το αίσθημα της ευχαρίστησης. Αξιοσημείωτο μάλιστα είναι πως το αλκοόλ και πολλά εθιστικά φάρμακα μοιράζονται πολλά από αυτά τα μονοπάτια που αφορούν στην αναζήτηση της γλυκιάς γεύσης, που αποτελεί τη φυσική επιβράβευση του οργανισμού.

Εκτός όμως από αυτή τη φυσική ροπή, για ποιο λόγο πολλοί από εμάς δηλώνουμε αιώνιοι γλυκατζήδες, ορκισμένοι λάτρεις της σοκολάτας, κ.ο.κ.; Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, οι διαφορές ανάμεσα στα άτομα όσον αφορά στην κατανάλωση των γλυκών οφείλονται εν μέρει και στο γενετικό προφίλ του εκάστοτε ατόμου. Ταυτόχρονα, πολλοί άνθρωποι καταφεύγουν στα γλυκά για συναισθηματικούς λόγους (οι λεγόμενοι emotional eaters). Σε καταστάσεις όπως κατάθλιψη, συμπτώματα προεμμηνορρυσιακού συνδρόμου, και στρες, τα γλυκά είναι τα «comfort food» επιλογής, καθώς είναι εύγεστα και ήπια εξαιτίας της περιεκτικότητάς τους σε λίπος και ζάχαρη.

Γλυκό μετά το φαγητό, από τι επηρεάζεται η επιθυμία αυτή;

Αυτό που οδηγεί πολλούς στο να λήγουν το κύριο γεύμα καταναλώνοντας επιδόρπιο (δηλαδή αυτό που ακολουθεί το δόρπον, που στην αρχαία ελληνική σήμαινε το δείπνο) είναι, πρωταρχικά, η δύναμη της συνήθειας. Η αύξηση της σεροτονίνης που μεσολαβείται από την πρόσληψη των σακχάρων και ενεργοποιεί το αίσθημα της ευχαρίστησης κινητοποιεί τον εγκέφαλο να επαναλάβει τη συνήθεια της κατανάλωσης του γλυκού.

Αυτό προφανώς είναι εντονότερο όσο πιο παλιά είναι η συνήθεια, αφού οι επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές εντυπώνονται στα νευρωνικά μονοπάτια. Παράλληλα, εάν η κατανάλωση του γλυκού μετά το φαγητό είναι συνήθεια που μας συντροφεύει στο μεγάλωμα ή στην κουλτούρα μας, μπορεί να έχουμε σχηματίσει την πεποίθηση ότι οφείλουμε να διαιωνίσουμε αυτό το «έθιμο».

Τα καλά νέα;

Με τον ίδιο τρόπο που δημιουργούμε και διατηρούμε κάποιες συνήθειες που επιβαρύνουν τη διατροφή μας, μπορούμε να υιοθετήσουμε και νέες. Άλλωστε, συγχρονική μελέτη έχει δείξει ότι όσοι ήταν στη διαδικασία δίαιτας απώλειας βάρους είχαν σημαντικά λιγότερες, ασθενέστερες και πιο ελέγξιμες «λιγούρες» για τη σοκολάτα και άλλα γλυκά.

Ένας άλλος ένοχος για την επιθυμία για γλυκό μετά το γεύμα μπορεί να είναι και η έλλειψη αίσθησης κορεσμού από το ίδιο το γεύμα. Εάν το κυρίως γεύμα δεν ήταν επαρκές σε ποσότητα, θερμίδες και θρεπτικά συστατικά, τότε ο οργανισμός σύντομα θα αναζητήσει την ενέργεια που του λείπει, συνήθως στη μορφή ενός εύγεστου τροφίμου με απλά σάκχαρα και λίπος.

Ακόμη, ένα διατροφικό πλάνο που περιέχει τροφές υψηλού γλυκαιμικού δείκτη (όπως γλυκά, χυμοί, επιτραπέζια ζάχαρη, λευκό ψωμί, λευκά ζυμαρικά) σε αφθονία έχει ως αποτέλεσμα το σάκχαρο του αίματος να κατεβαίνει απότομα, προκαλώντας κόπωση και πείνα, ειδικά σε διαβητικούς ή άλλα άτομα με κακή ρύθμιση του σακχάρου.

Τέλος, η ταχύτητα κατανάλωσης του γεύματος παίζει ρόλο στην επιθυμία να φάμε ξανά μεταγευματικά. Έρευνα έδειξε ότι μετά από ένα γεύμα που διήρκησε μόνο πέντε λεπτά, τα επίπεδα των πεπτιδίων που ρυθμίζουν την πείνα και το αίσθημα πληρότητας ήταν χαμηλότερα σε σχέση με τα επίπεδα μετά από ένα τριαντάλεπτο γεύμα. Αυτό σημαίνει πως το μήνυμα ότι «χορτάσαμε» απαιτεί περίπου μισή ώρα για να φτάσει στον εγκέφαλο, άρα η επιθυμία για φαγητό εξακολουθεί να υπάρχει μέσα σε αυτό το χρονικό παράθυρο.

Πως θα αποφύγετε τα γλυκά με… γλυκό τρόπο!

Πώς να το αντιμετωπίσετε;

Ένας τρόπος να σπάσουμε τη συνήθεια του επιδορπίου είναι να επιδράσουμε στο μοτίβο της επιβράβευσης, το οποίο αναφέραμε προηγουμένως. Έτσι, στη θέση ενός γλυκού που έπεται του σήματος της λήξης του φαγητού, μπορούμε να εισάγουμε μια νέα συνήθεια. Για παράδειγμα, μπορούμε μετά το φαγητό να καταναλώσουμε ένα ποτήρι νερό ή ένα ρόφημα με λίγες θερμίδες, όπως καφές, τσάι, ή ένα μικρό φρούτο ή λίγους ξηρούς καρπούς. Εναλλακτικά, μπορούμε να κάνουμε έναν περίπατο ή μια άλλη δραστηριότητα που μας ευχαριστεί, κάθε φορά που νιώθουμε «λιγούρα» για ένα γλυκό μετά το φαγητό.

Η κατανάλωση μικρών, τακτικών γευμάτων μέσα στην ημέρα βοηθά στον καλύτερο έλεγχο της πείνας και του κορεσμού. Πολύ σημαντική είναι και η σύνθεση των γευμάτων μας μέσα στην ημέρα. Καθώς η πρωτεΐνη και οι διαιτητικές ίνες είναι τα συστατικά που προκαλούν καλύτερο κορεσμό, πρέπει να φροντίζουμε αυτά τα μακροθρεπτικά συστατικά να υπάρχουν σε επάρκεια στο καθημερινό μας διαιτολόγιο. Συγχρόνως, οι επιλογές τροφίμων πλούσιων σε ίνες και σύνθετους υδατάνθρακες (όπως τα λαχανικά, τα όσπρια, και τα προϊόντα ολικής άλεσης) βοηθούν στον καλύτερο γλυκαιμικό έλεγχο, αφού πέπτονται σε πιο αργούς ρυθμούς, και κατ’επέκταση δεν προκαλούν απότομα σκαμπανεβάσματα του σακχάρου.

Μια τελευταία συμβουλή: το φαγητό εκτός από απαραίτητο είναι και μία απόλαυση. Δώστε στο γεύμα σας την προσοχή και το χρόνο που χρειάζεται!

Διαβάστε επίσης: Ζελέ: Το υποτιμημένο αλλά θαυματουργό γλυκό

* H Μάιρα-Ευαγγελία Στεφανάκου είναι Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, απόφοιτος του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου Αθηνών. Παρέχει κατ’οίκον διαιτολογικές υπηρεσίες στο Χολαργό και την Αγία Παρασκευή. Το άρθρο της δημοσιεύτηκε στο mednutrition.gr

Ακολουθήστε το Run 'n Fun στο Google News

x
Send this to a friend