Τι προκαλεί στον οργανισμό σου μια δίαιτα; Μάθε πριν ξεκινήσεις

Photo by Farhad Ibrahimzade on Unsplash

Της Κατερίνας Λυμπεροπούλου*

Όταν κάποιος θέλει να χάσει βάρος τι είδους διατροφή είναι καλύτερο να ακολουθήσει: χαμηλή σε υδατάνθρακες ή χαμηλή σε λίπος; Αυτό είναι ένα ερώτημα που βασανίζει συχνά τους απανταχού διαιτώμενους και σίγουρα με μια αναζήτηση στο διαδίκτυο θα βρει πολλούς ένθερμους υποστηρικτές και για τις 2 θεωρίες.

Όπως δείχνουν πρόσφατες μελέτες και οι 2 οδηγούν σε απώλεια βάρους με μακροπρόθεσμα παρόμοια αποτελέσματα. Ας δούμε όμως πώς λειτουργεί κάθε μια και πώς μπορεί να μας ωφελήσει.

Τι είναι η δίαιτα χαμηλής περιεκτικότητας σε λίπος;

Σε μια δίαιτα χαμηλού λίπους μειώνεται η πρόσληψη λίπους σε λιγότερο από 30% των συνολικών ημερήσιων θερμίδων. Για να το πετύχει κάποιος αυτό πρέπει να περιορίσει πολύ την κατανάλωση πρόσθετων λιπαρών υλών στο μαγείρεμα π.χ. ελαιόλαδο, βούτυρο αλλά και τροφών όπως οι ξηροί καρποί, το αβοκάντο, και τα πλήρη γαλακτοκομικά προϊόντα. Συνακόλουθα αυξάνει την κατανάλωση πολλών τροφίμων που περιέχουν εκ φύσεως λίγο λίπος όπως φρούτα, λαχανικά, ολικής άλεσης δημητριακά, ασπράδια αυγού, όσπρια, πουλερικά χωρίς δέρμα. Τέλος, επιτρέπεται μέτρια κατανάλωση από γαλακτοκομικά χαμηλών λιπαρών και άπαχα μέρη κόκκινου κρέατος π.χ. μοσχαρίσιο/ χοιρινό φιλέτο.

Είναι η κετογονική δίαιτα κατάλληλη για όσους αθλούνται;

Τι είναι η δίαιτα χαμηλής περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες;

Είναι ένα μοτίβο διατροφής που περιορίζει τους υδατάνθρακες της τροφής σε:

  • ποσοστό 10 % των ημερήσιων θερμίδων (δίαιτα πολύ χαμηλών υδατανθράκων),
  • ποσοστό 25% των ημερήσιων θερμίδων (δίαιτα χαμηλών υδατανθράκων),
  • ποσοστό 26-45% των ημερήσιων θερμίδων (δίαιτα μέτριων υδατανθράκων),

Πρακτικά, για να μειώσουμε τους υδατάνθρακες πρέπει να αποφύγουμε ροφήματα με ζάχαρη π.χ. αναψυκτικά/ χυμοί, γλυκά και αρτοσκευάσματα. Ακόμη, για να φτάσουμε στα πιο χαμηλά ποσοστά υδατανθράκων (π.χ. 10%) πρέπει να περιορίσουμε και πιο υγιεινές πηγές υδατανθράκων όπως ψωμί, πατάτες, ζυμαρικά, αμυλούχα λαχανικά, φρούτα και όσπρια. Συνακόλουθα, σε μια τέτοια δίαιτα αυξάνουμε την κατανάλωση πρωτεΐνης και λιπαρών άρα τρώμε περισσότερο κρέας, ψάρια, αβγά, ξηρούς καρπούς, πρόσθετα λίπη, πλήρη γαλακτοκομικά και μη αμυλούχα λαχανικά.

Πλεονεκτήματα κάθε μεθόδου

Ως γνωστόν, ο ακρογωνιαίος λίθος στην απώλεια βάρους είναι το αρνητικό ισοζύγιο ενέργειας. Δηλαδή για να χάσουμε βάρος πρέπει να πάρουμε από το φαγητό μας λιγότερες θερμίδες από αυτές που καταναλώνει («καίει») το σώμα μας. Υπό αυτή την έννοια, η δίαιτα χαμηλού λίπους πλεονεκτεί διότι το λίπος της τροφής αποτελεί το θρεπτικό συστατικό με το μεγαλύτερο περιεχόμενο σε θερμίδες, αφού ανά γραμμάριο αποδίδει 9 θερμίδες έναντι των υδατανθράκων και της πρωτεΐνης που αποδίδουν και τα δύο 4 θερμίδες ανά γραμμάριο. Έτσι, μειώνοντας το λίπος από την τροφή μας εξοικονομούμε εύκολα πολλές θερμίδες, χωρίς να χάνουμε όγκο τροφής και επηρεάζουμε πολύ το προαναφερθέν ισοζύγιο ενέργειας, που αποτελεί και το ζητούμενο για την απώλεια βάρους.

Από την άλλη, οι δίαιτες χαμηλών υδατανθράκων τελευταία προτείνονται συχνά στην απώλεια βάρους καθώς πολλοί τύποι υδατανθράκων -ειδικά οι επεξεργασμένοι- εμπεριέχουν σημαντικά ποσά ζάχαρης και θερμίδων (όπως π.χ. στα αρτοσκευάσματα και στα αναψυκτικά) και άρα μειώνοντας τα μπορούμε να μειώσουμε σημαντικά τις θερμίδες μας και τελικά να χάσουμε βάρος. Να σημειώσουμε βέβαια και το γεγονός ότι οι επεξεργασμένοι υδατάνθρακες (λευκά άλευρα, ζάχαρη κλπ.) φαίνεται πως επηρεάζουν αρνητικά το σάκχαρο αίματος και προκαλούν υπερέκκριση ινσουλίνης από το πάγκρεας με αποτέλεσμα την αποθήκευση λίπους στο σώμα, γεγονός που φυσικά σαμποτάρει την απώλεια βάρους.

Μειονεκτήματα κάθε μεθόδου

Το βασικότερο μειονέκτημα της δίαιτας χαμηλής σε λίπος είναι ότι προκαλεί μικρότερο βαθμό κορεσμού στο άτομο καθώς η ύπαρξη λίπους στο γεύμα καθυστερεί την εκκένωση του στομάχου και την εμφάνιση πείνας τις επόμενες ώρες. Ακόμη, το λίπος στον οργανισμό βοηθά στην παραγωγή ορμονών καθώς και στην απορρόφηση των λιποδιαλυτών βιταμινών, λειτουργίες που δυσχεραίνονται όταν μειώνουμε σημαντικά το λίπος από την τροφή μας. Επίσης, μην ξεχνάμε ότι το λίπος αποτελεί συχνά και συνώνυμο της γεύσης οπότε προσθέτοντας λιπαρές ύλες στην παρασκευή του φαγητού μας το κάνουμε συνάμα και πιο νόστιμο. Επομένως, ειδικά οι δίαιτες πολύ χαμηλού λίπους μπορεί να μη μας ικανοποιούν γευστικά, παράμετρος ιδιαίτερα σημαντική για την μακροχρόνια προσκόλληση σε ένα είδος διατροφής. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι μέσα από το φαγητό αντλούμε και ψυχική ευχαρίστηση.

Από την άλλη, μια δίαιτα πτωχή σε υδατάνθρακες παρότι παρουσιάζει αρκετά οφέλη σε κάποιες παραμέτρους υγείας, παρουσιάζει και μια σειρά μειονεκτημάτων. Κάποια από αυτά που έχουν αναφερθεί από αρκετές μελέτες είναι: αυξημένη πρόσληψη ζωικών πρωτεϊνών σε αντικατάσταση των υδατανθράκων η οποία ενδεχομένως οδηγήσει σε αύξηση της κακής χοληστερόλης αίματος (LDL) αλλά και του ουρικού οξέος. Ακόμη, πολύ υψηλή λήψη πρωτεΐνης οδηγεί σε απώλεια ασβεστίου στα ούρα και μακροπρόθεσμα σε οστεοπόρωση.

Επιπλέον, η χαμηλή λήψη υδατανθράκων οδηγεί σε εξάντληση των αποθεμάτων γλυκογόνου (αποθήκες υδατανθράκων στο σώμα) με αποτέλεσμα να εμφανίζεται γρήγορη κόπωση κατά τη διάρκεια της σωματικής άσκησης. Μπορεί ακόμη να εμφανιστούν συμπτώματα όπως πονοκέφαλοι, κόπωση, νευρικότητα, μειωμένη προσοχή λόγω του ότι όργανα όπως ο εγκέφαλος βασίζονται για τη λειτουργία τους αποκλειστικά στους υδατάνθρακες. Είναι επίσης σημαντικό να γνωρίζουμε ότι μια πολύ χαμηλή κατανάλωση υδατανθράκων οδηγεί σε μια μεταβολική κατάσταση που ονομάζεται «κέτωση» η οποία αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης καρδιακής αρρυθμίας. Τέλος, ειδικά όταν κάποιος ακολουθεί μια δίαιτα πολύ χαμηλών υδατανθράκων, αναγκάζεται να μειώσει στο ελάχιστο την κατανάλωση σημαντικών ομάδων τροφίμων όπως τα φρούτα, τα όσπρια και τα γαλακτοκομικά με συνέπεια να υστερεί σημαντικά η διατροφή του σε θρεπτικά συστατικά όπως φυτικές ίνες, κάλιο, μαγνήσιο, ασβέστιο με συνακόλουθα προβλήματα υγείας.

Πώς επιδρά κάθε τύπος δίαιτας σε διάφορες παραμέτρους υγείας

Απώλεια βάρους

Σύμφωνα με μια μετανάλυση του 2014 -μελέτη που συμπεριέλαβε 48 προηγούμενες μελέτες- φάνηκε ότι τόσο η δίαιτα χαμηλών υδατανθράκων αλλά και χαμηλού λίπους οδήγησαν σε απώλεια βάρους στους συμμετέχοντες με αμελητέες διαφορές ειδικά ως προς τη μακροπρόθεσμη διατήρηση του απολεσθέντος βάρους.

Απώλεια λίπους

Αρκετές μεμονωμένες μελέτες στη βιβλιογραφία συγκλίνουν στο γεγονός ότι μια δίαιτα χαμηλή σε υδατάνθρακες οδηγεί σε μεγαλύτερη απώλεια σωματικού λίπους στα άτομα συγκριτικά με μια δίαιτα χαμηλού λίπους, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από μια πρόσφατη ανασκόπηση 14 μελετών επί του θέματος.

Πείνα και Κορεσμός

Και εδώ η βιβλιογραφία συγκλίνει υπέρ της δίαιτας χαμηλών υδατανθράκων καθώς φαίνεται να δημιουργεί στα άτομα μεγαλύτερο αίσθημα κορεσμού λόγω της μεγαλύτερης περιεκτικότητά της σε λίπος και πρωτεΐνη, συστατικά που καθυστερούν την εκκένωση του στομάχου μετά από ένα γεύμα. Αρκετές είναι δε και οι μελέτες που σχετίζουν αυτή τη δίαιτα με μειωμένη έκκριση ορμονών που αυξάνουν την πείνα όπως η γρελίνη αλλά και αύξηση ορμονών που δημιουργούν κορεσμό όπως το πεπτίδιο GLP-1. Αντίθετα η χαμηλού λίπους δίαιτα, σε μια ακόμη μελέτη του 2016 όπου συμμετείχαν 148 εθελοντές φάνηκε να μειώνει ορμόνες που αυξάνουν τον κορεσμό όπως το πεπτίδιο ΥΥ (ανορεξιογόνος ορμόνη).

Γιατί οι άνδρες και οι γυναίκες δεν μπορούν να κάνουν την ίδια δίαιτα;

Επίπεδα Σακχάρου Αίματος

Εδώ τα αποτελέσματα των μελετών είναι αντικρουόμενα καθώς σε κάποιες μελέτες έχει φανεί πως σε διαβητικά άτομα η δίαιτα χαμηλών υδατανθράκων μείωσε περισσότερο τα επίπεδα σακχάρου αίματος καθώς και την ινσουλίνη ενώ σε άλλες μελέτες δεν έχει σημειωθεί σημαντική διαφορά μεταξύ των 2 τύπων δίαιτας. Επομένως είναι απαραίτητες περισσότερες μελέτες για τη διεξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων.

Η γνώμη του ειδικού

Μετά από πολυετή διαμάχη για την ιδανική αναλογία των συστατικών της δίαιτας για το μέγιστο επιθυμητό αποτέλεσμα στην παχυσαρκία και στα συνοδά προβλήματα υγείας, φαίνεται πως η αλήθεια είναι κάπου στη μέση. Τελικά όλες οι επιστημονικές μελέτες συμφωνούν στο ότι σημαντικότερη είναι η προσκόλληση – ο βαθμός στον οποίο το άτομο καταφέρνει να ακολουθήσει μακροπρόθεσμα ένα μοτίβο διατροφής αλλά και άσκησης.

Άρα καλύτερα είναι να επιλέξουμε αυτό που μας ταιριάζει, που μπορούμε ευκολότερα να ακολουθήσουμε και να εστιάσουμε περισσότερο σε μια ποιοτική διατροφή που καλύπτει τις ανάγκες μας σε όλα τα θρεπτικά συστατικά χωρίς ακρότητες. Διότι οι ακρότητες θα μας κάνουν εύκολα να παρατήσουμε κάθε προσπάθεια και να χάσουμε εντέλει όποια οφέλη κατακτήσαμε.

Διαβάστε επίσης: Τρεις τρόποι να χάσετε βάρος χωρίς αυστηρή δίαιτα!

* Η Κατερίνα Λυμπεροπούλου είναι Διαιτολόγος – Διατροφολόγος με επιπλέον μεταπτυχιακή εξειδίκευση (M.Sc) στην Κλινική Διαιτολογία. Παρέχει διαιτολογικές υπηρεσίες στο ιδιωτικό γραφείο της στο Άργος. Το άρθρο της δημοσιεύτηκε στο mednutrition.gr

Ακολουθήστε το Run 'n Fun στο Google News

Previous ArticleNext Article

Γιατί έχουμε επιθυμία για γλυκό μετά το φαγητό;

Γράφει η Μάιρα-Ευαγγελία Στεφανάκου* 

«Δεν έχει γλυκό αν δε φας όλο το φαγητό σου.» – φράση που θυμόμαστε όλοι από τα παιδικά πάρτυ που πηγαίναμε μικροί. «Αν φας το φαγητό σου, θα σου πάρω τη σοκολάτα που σου αρέσει.» Μήπως υπάρχει ένα μοτίβο εδώ; Γιατί ο οργανισμός μας δεν μπορεί να αντισταθεί στα γλυκά, σε σημείο να τα θεωρούμε έως και «επιβράβευση» μετά από ένα ολοκληρωμένο γεύμα;

Είναι αλήθεια ότι όλοι γνωρίζουμε τη σημασία της εγκράτειας απέναντι στα γλυκά, ειδικά στο πλαίσιο της επίτευξης ή διατήρησης του ιδανικού μας βάρους. Εντούτοις, η επιθυμία για κάτι γλυκό, ειδικά μετά από ένα αλμυρό γεύμα, υπονομεύει την προσπάθειά μας αυτή, πόσω μάλλον αν είναι συνήθεια ετών.

Γιατί δημιουργείται η επιθυμία για γλυκό;

Η αναζήτηση του γλυκού είναι κάτι κοινό στους ανθρώπους, καθώς έχει κατά κάποιο τρόπο περάσει στην ίδια μας τη βιολογία. Η αγάπη για τη γλυκιά γεύση είναι κάτι που στην πραγματικότητα ευνόησε πολύ το ανθρώπινο είδος στο ταξίδι της εξέλιξής του, αφού ανέκαθεν το προσανατόλιζε σε τρόφιμα τα οποία ήταν βρώσιμα και ασφαλή (αντίθετα με τα δηλητηριώδη τρόφιμα που συνήθως είναι πικρά) και θρεπτικά.

Τρανό παράδειγμα είναι άλλωστε, τα φρούτα, πλούσια σε ενέργεια και απαραίτητα θρεπτικά συστατικά όπως οι βιταμίνες και τα αντιοξειδωτικά. Αυτή η στροφή της ανθρώπινης διατροφής στην επιλογή γλυκών τροφίμων είναι ακόμη πιο έντονη στη βρεφική και παιδική ηλικία.

Γιατί το σπανάκι κόβει την όρεξη για γλυκό;

Όταν γευόμαστε κάτι γλυκό, τα σάκχαρα ανεβάζουν τα επίπεδα του αμινοξέος τρυπτοφάνη, που με τη σειρά του αυξάνει τη σύνθεση της σεροτονίνης (ο «νευροδιαβιβαστής της ευεξίας»). Με αυτό τον τρόπο, ενεργοποιείται το σύστημα του εγκεφάλου που προκαλεί το αίσθημα της ευχαρίστησης. Αξιοσημείωτο μάλιστα είναι πως το αλκοόλ και πολλά εθιστικά φάρμακα μοιράζονται πολλά από αυτά τα μονοπάτια που αφορούν στην αναζήτηση της γλυκιάς γεύσης, που αποτελεί τη φυσική επιβράβευση του οργανισμού.

Εκτός όμως από αυτή τη φυσική ροπή, για ποιο λόγο πολλοί από εμάς δηλώνουμε αιώνιοι γλυκατζήδες, ορκισμένοι λάτρεις της σοκολάτας, κ.ο.κ.; Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, οι διαφορές ανάμεσα στα άτομα όσον αφορά στην κατανάλωση των γλυκών οφείλονται εν μέρει και στο γενετικό προφίλ του εκάστοτε ατόμου. Ταυτόχρονα, πολλοί άνθρωποι καταφεύγουν στα γλυκά για συναισθηματικούς λόγους (οι λεγόμενοι emotional eaters). Σε καταστάσεις όπως κατάθλιψη, συμπτώματα προεμμηνορρυσιακού συνδρόμου, και στρες, τα γλυκά είναι τα «comfort food» επιλογής, καθώς είναι εύγεστα και ήπια εξαιτίας της περιεκτικότητάς τους σε λίπος και ζάχαρη.

Γλυκό μετά το φαγητό, από τι επηρεάζεται η επιθυμία αυτή;

Αυτό που οδηγεί πολλούς στο να λήγουν το κύριο γεύμα καταναλώνοντας επιδόρπιο (δηλαδή αυτό που ακολουθεί το δόρπον, που στην αρχαία ελληνική σήμαινε το δείπνο) είναι, πρωταρχικά, η δύναμη της συνήθειας. Η αύξηση της σεροτονίνης που μεσολαβείται από την πρόσληψη των σακχάρων και ενεργοποιεί το αίσθημα της ευχαρίστησης κινητοποιεί τον εγκέφαλο να επαναλάβει τη συνήθεια της κατανάλωσης του γλυκού.

Αυτό προφανώς είναι εντονότερο όσο πιο παλιά είναι η συνήθεια, αφού οι επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές εντυπώνονται στα νευρωνικά μονοπάτια. Παράλληλα, εάν η κατανάλωση του γλυκού μετά το φαγητό είναι συνήθεια που μας συντροφεύει στο μεγάλωμα ή στην κουλτούρα μας, μπορεί να έχουμε σχηματίσει την πεποίθηση ότι οφείλουμε να διαιωνίσουμε αυτό το «έθιμο».

Τα καλά νέα;

Με τον ίδιο τρόπο που δημιουργούμε και διατηρούμε κάποιες συνήθειες που επιβαρύνουν τη διατροφή μας, μπορούμε να υιοθετήσουμε και νέες. Άλλωστε, συγχρονική μελέτη έχει δείξει ότι όσοι ήταν στη διαδικασία δίαιτας απώλειας βάρους είχαν σημαντικά λιγότερες, ασθενέστερες και πιο ελέγξιμες «λιγούρες» για τη σοκολάτα και άλλα γλυκά.

Ένας άλλος ένοχος για την επιθυμία για γλυκό μετά το γεύμα μπορεί να είναι και η έλλειψη αίσθησης κορεσμού από το ίδιο το γεύμα. Εάν το κυρίως γεύμα δεν ήταν επαρκές σε ποσότητα, θερμίδες και θρεπτικά συστατικά, τότε ο οργανισμός σύντομα θα αναζητήσει την ενέργεια που του λείπει, συνήθως στη μορφή ενός εύγεστου τροφίμου με απλά σάκχαρα και λίπος.

Ακόμη, ένα διατροφικό πλάνο που περιέχει τροφές υψηλού γλυκαιμικού δείκτη (όπως γλυκά, χυμοί, επιτραπέζια ζάχαρη, λευκό ψωμί, λευκά ζυμαρικά) σε αφθονία έχει ως αποτέλεσμα το σάκχαρο του αίματος να κατεβαίνει απότομα, προκαλώντας κόπωση και πείνα, ειδικά σε διαβητικούς ή άλλα άτομα με κακή ρύθμιση του σακχάρου.

Τέλος, η ταχύτητα κατανάλωσης του γεύματος παίζει ρόλο στην επιθυμία να φάμε ξανά μεταγευματικά. Έρευνα έδειξε ότι μετά από ένα γεύμα που διήρκησε μόνο πέντε λεπτά, τα επίπεδα των πεπτιδίων που ρυθμίζουν την πείνα και το αίσθημα πληρότητας ήταν χαμηλότερα σε σχέση με τα επίπεδα μετά από ένα τριαντάλεπτο γεύμα. Αυτό σημαίνει πως το μήνυμα ότι «χορτάσαμε» απαιτεί περίπου μισή ώρα για να φτάσει στον εγκέφαλο, άρα η επιθυμία για φαγητό εξακολουθεί να υπάρχει μέσα σε αυτό το χρονικό παράθυρο.

Πως θα αποφύγετε τα γλυκά με… γλυκό τρόπο!

Πώς να το αντιμετωπίσετε;

Ένας τρόπος να σπάσουμε τη συνήθεια του επιδορπίου είναι να επιδράσουμε στο μοτίβο της επιβράβευσης, το οποίο αναφέραμε προηγουμένως. Έτσι, στη θέση ενός γλυκού που έπεται του σήματος της λήξης του φαγητού, μπορούμε να εισάγουμε μια νέα συνήθεια. Για παράδειγμα, μπορούμε μετά το φαγητό να καταναλώσουμε ένα ποτήρι νερό ή ένα ρόφημα με λίγες θερμίδες, όπως καφές, τσάι, ή ένα μικρό φρούτο ή λίγους ξηρούς καρπούς. Εναλλακτικά, μπορούμε να κάνουμε έναν περίπατο ή μια άλλη δραστηριότητα που μας ευχαριστεί, κάθε φορά που νιώθουμε «λιγούρα» για ένα γλυκό μετά το φαγητό.

Η κατανάλωση μικρών, τακτικών γευμάτων μέσα στην ημέρα βοηθά στον καλύτερο έλεγχο της πείνας και του κορεσμού. Πολύ σημαντική είναι και η σύνθεση των γευμάτων μας μέσα στην ημέρα. Καθώς η πρωτεΐνη και οι διαιτητικές ίνες είναι τα συστατικά που προκαλούν καλύτερο κορεσμό, πρέπει να φροντίζουμε αυτά τα μακροθρεπτικά συστατικά να υπάρχουν σε επάρκεια στο καθημερινό μας διαιτολόγιο. Συγχρόνως, οι επιλογές τροφίμων πλούσιων σε ίνες και σύνθετους υδατάνθρακες (όπως τα λαχανικά, τα όσπρια, και τα προϊόντα ολικής άλεσης) βοηθούν στον καλύτερο γλυκαιμικό έλεγχο, αφού πέπτονται σε πιο αργούς ρυθμούς, και κατ’επέκταση δεν προκαλούν απότομα σκαμπανεβάσματα του σακχάρου.

Μια τελευταία συμβουλή: το φαγητό εκτός από απαραίτητο είναι και μία απόλαυση. Δώστε στο γεύμα σας την προσοχή και το χρόνο που χρειάζεται!

Διαβάστε επίσης: Ζελέ: Το υποτιμημένο αλλά θαυματουργό γλυκό

* H Μάιρα-Ευαγγελία Στεφανάκου είναι Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, απόφοιτος του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου Αθηνών. Παρέχει κατ’οίκον διαιτολογικές υπηρεσίες στο Χολαργό και την Αγία Παρασκευή. Το άρθρο της δημοσιεύτηκε στο mednutrition.gr

Ακολουθήστε το Run 'n Fun στο Google News

Τροφές που οι διατροφολόγοι προτείνουν να μην καταναλώνετε

Τροφές που οι διατροφολόγοι προτείνουν να μην καταναλώνετε

Υπάρχουν τροφές που πρέπει να καταναλώνετε με μέτρο και κάποιες που δεν πρέπει να βάζετε καν στο στόμα σας. Μπορεί να δείχνουν ελκυστικές λόγω των χαμηλών λιπαρών και της νόστιμης γεύσης, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει πως κάνουν για εσάς.

Πρέπει να γνωρίζετε πως οι ετικέτες στις συσκευασίες είναι συχνά παραπλανητικές. Για παράδειγμα ο χυμός φρούτων δεν είναι πάντοτε τόσο φρέσκος και θρεπτικός και μπορεί να περιέχει περισσότερη ζάχαρη από ένα αναψυκτικό.

Σύμφωνα με την Αρχή Διατροφής ο χυμός φρούτων περιέχει πολύ λιγότερα θρεπτικά συστατικά σε σύγκριση με πολλές φυτικές τροφές. Δεν περιέχει φυτικές ίνες και έχει όσες θερμίδες περιέχουν αρκετά ζαχαρούχα ροφήματα. Υπάρχουν επίσης τροφές που περιέχουν τρανς λιπαρά και θα πρέπει να μείνετε μακριά τους. Αυτές αυξάνουν την κακή χοληστερόλη και συμβάλουν στην εμφάνιση καρδιακών νοσημάτων.

Ακολουθεί η λίστα με τις τροφές και τα ροφήματα  που οι ειδικοί συνιστούν να τις βγάλετε από τα πρόγραμμά σας:

Tρανς λιπαρά

Υπάρχουν τροφές με μερικώς υδρογωνομένα έλαια, γι αυτό διαβάστε προσεκτικά τις ετικέτες τους. Ακόμη και αν αναφέρουν πως έχουν 0 τρανς λιπαρά ανά μερίδα, ενδέχεται να περιέχουν μικρές ποσότητες, αφού επιτρέπεται η σήμανση με αυτό τον τρόπο για τροφές που περιέχουν λιγότερο από 0,5 τρανς λιπαρά.

Ποιες τροφές έχουν τρανς λιπαρά και πόσο κακό κάνουν;

Φυστικοβούτυρο με λίγα λιπαρά

Όταν αφαιρείται λίπος, ισοσταθμίζεται με έξτρα ποσότητα ζάχαρης και άλλων συμπληρωμάτων. Το γνήσιο φυστικοβούτυρο θα πρέπει να προέρχεται μοναχά από καβουρδισμένα φιστίκια. Το λίπος στο φυσικό φυστικοβύτυρο κάνει καλό στην καρδιά  και σας χορταίνει.

Κοκτέιλ με χυμό φρούτων

Στα ποτά που γίνεται ανάμειξη του αλκοόλ με χυμούς φρούτων που έχουν αρκετή πρόσθετη ζάχαρη, το αποτέλεσμα δεν είναι καλό για εσάς. Σίγουρα δεν χρειάζεστε αυτή την επιπλέον ποσότητα ζάχαρης στον οργανισμό σας.

Αναψυκτικά

Δεν ωφελούν σε τίποτε καθώς είναι γεμάτα ζάχαρη. Προτιμήστε τα ανθρακούχο νερό ή το seltzer με λίγο χυμό φρούτου.

Μαργαρίνη

Θεωρείται ως μια καλή εναλλακτική αντί του βουτύρου, ωστόσο πολλές εκδόσεις της, περιέχουν υδρογονωμένο λάδι με τρανς λίπη.

Μεγάλα ψάρια

Τα ψάρια όπως το σκουμπρί περιέχουν υψηλές ποσότητες υδραργύρου, προτιμήστε τον γαύρο, τη σαρδέλα τα στρείδια  και τα μικρότερα ψάρια γενικά για να πάρετε Ω3.

Βρώμη με φρούτα 

Επιλέξτε τις νιφάδες που έχει σαν βάση μόνο την βρώμη και εμπλουτίστε την γεύση με φρούτα και κανέλα.

Φρούτα σε κονσέρβα με σιρόπι

Συνήθως έχουν έξτρα ποσότητες ζάχαρης λόγω του σιροπιού. Προτιμήστε τα φρούτα κονσέρβας σε νερό ή χυμό.

Ζάχαρη: Με 9 μέρες αποχή, πέφτουν χοληστερίνη, τριγλυκερίδια!

Γαλακτοκομικά προϊόντα

Τα προϊόντα αυτά εκτός από την θετική επίδραση στα κόκαλα, έχουν και παρενέργειες που πολλοί αγνοούν. Ενδέχεται να επηρεάσουν την υγεία των μαλλιών, τα νύχια  και να προκαλέσουν αλλεργικά συμπτώματα. Επιλέξτε τα πράσινα φυλλώδη λαχανικά, τα αμύγδαλα, τις φακές και τα αβοκάντο για να πάρετε τη βιταμίνη D που χρειάζεστε, καθώς και το ασβέστιο και τις πρωτεΐνες.

Επεξεργασμένο αλεύρι

Όλα τα θρεπτικά στοιχεία του χάνονται κατά την διαδικασία της επεξεργασίας. Το σώμα παλεύει να το χωνέψει τα παράγωγά του λόγω έλλειψης φυτικών ινών. Η γλουτένη που περιέχει συχνά δημιουργεί αλλεργικές αντιδράσεις.

Διαβάστε ακόμα: Πρέπει να «κόβουμε» το ψωμί όταν κάνουμε διατροφή;

Ακολουθήστε το Run 'n Fun στο Google News

x
Send this to a friend