Πώς η διατροφή μας επηρεάζει την κλιματική αλλαγή

Της Μάιρας-Ευαγγελίας Στεφανάκου*

Κατά το φαινόμενο του θερμοκηπίου, η ακτινοβολία που απορροφά η ατμόσφαιρα από τον ήλιο θερμαίνει την επιφάνεια της γης, μία φυσική διαδικασία απαραίτητη για τη συντήρηση της ζωής στον πλανήτη μας. Από την άλλη, από τα μέσα του 20ου αι., εξαιτίας της υπερβολικής βιομηχανικής δραστηριότητας του ανθρώπου, το φαινόμενο αυτό έχει λάβει μεγαλύτερες από τις φυσιολογικές διαστάσεις, σε σημείο να μιλάμε πλέον για υπερθέρμανση του πλανήτη και κλιματική αλλαγή.

Από τι επηρεάζεται η κλιματική αλλαγή;

Στην ατμόσφαιρα, συγκεκριμένα αέρια εμποδίζουν τη θερμότητα από το να δραπετεύσει. Κάποια από αυτά, όπως οι υδρατμοί, ανταποκρίνονται με φυσικό ή χημικό τρόπο σε θερμοκρασιακές αλλαγές, και δε συνεισφέρουν στην ένταση του φαινομένου του θερμοκηπίου. Αντίθετα, κάποια άλλα αέρια παραμένουν για πολύ καιρό στην ατμόσφαιρα, όπως για παράδειγμα το διοξείδιο του άνθρακα (CO2), το υποξείδιο του αζώτου (N2O), το μεθάνιο (CH4), κι οι χλωροφθοράνθρακες (CFCs). Αυτά παράγονται κι εκπέμπονται, εκτός από κάποιες φυσικές διεργασίες, κυρίως από τις πρακτικές καλλιέργειας του εδάφους και την καύση ορυκτών καυσίμων. Μετά τη βιομηχανική επανάσταση, όλα τα παραπάνω προκάλεσαν πρωτοφανή για τον πλανήτη μας αύξηση των βλαβερών αερίων του θερμοκηπίου, φέρνοντάς μας σήμερα αντιμέτωπους με την κλιματική αλλαγή.

Η κλιματική αλλαγή μπορεί να θεωρηθεί ως πανδημία, εξαιτίας των σαρωτικών επιδράσεων που επιφέρει στην ανθρώπινη υγεία και τον πλανήτη. Η επιστημονική κοινότητα κάνει λόγο για τον όρο «συνδημία», δηλαδή τη συνέργεια των ακόλουθων επιδημιών: παχυσαρκία, υποσιτισμός, και κλιματική αλλαγή, τα οποία απειλούν την υγεία και την επιβίωση. Επομένως , η κλιματική αλλαγή και η διατροφή είναι έννοιες αλληλοεξαρτώμενες. Η παραγωγή της τροφής, όπως θα δούμε και παρακάτω, είναι ένα ταξίδι με μεγάλο περιβαλλοντικό αντίκτυπο κι επηρεάζει την κλιματική αλλαγή, ενώ η κλιματική αλλαγή σύντομα θα αρχίσει να επηρεάζει και την ποιότητα και ποσότητα της παραγόμενης τροφής στο μέλλον.

Η ανθρώπινη διατροφή, η χρήση νερού και γης και η μόλυνση του περιβάλλοντος που σχετίζονται με την παραγωγή τροφής συνεισφέρουν στην εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου. Το ταξίδι των τροφίμων μέχρι το πιάτο μας περικλείει κάθε πλευρά αγροτικής παραγωγής, αποθήκευσης, επεξεργασίας, διανομής, και κατανάλωσης. Σε κάθε στάδιο παράγονται απόβλητα, ενώ υπάρχουν κι απώλειες θρεπτικών συστατικών. Μάλιστα, το 19% των αερίων του θερμοκηπίου προέρχονται από την κτηνοτροφία (μεθάνιο, οξείδιο του αζώτου, συνεισφορά από τις σοδιές που χρησιμοποιούνται ως τροφή για τα ζώα, αποψίλωση των δασών).

Πώς συνδέεται η εκτροφή ζώων με την κλιματική αλλαγή;

Από μετρήσεις που έχουν γίνει όσον αφορά στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου ανά βάρος τροφίμου, φαίνεται ότι το βοδινό κρέας έχει ασύγκριτα μεγαλύτερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα από οποιοδήποτε άλλο τρόφιμο. Ακολουθεί το αρνίσιο κρέας,το τυρί και τα γαλακτοκομικά, και τα λευκά κρέατα, όπως ψάρι και πουλερικά, και τα αυγά. Αντιθέτως, το ρύζι, τα σιτηρά, τα όσπρια, και τα φρούτα και τα λαχανικά που είναι οι κύριες φυτικές ομάδες τροφίμων που στηρίζουν την ανθρώπινη διατροφική πυραμίδα έχουν πολλές φορές λιγότερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Ειδικά οι ξηροί καρποί φαίνεται ότι έχουν και θετικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα.

Ενώ λοιπόν τα δεδομένα δείχνουν ότι τα ζωικής προέλευσης τρόφιμα είναι πολύ επιβαρυντικά για την ατμόσφαιρα, την ίδια στιγμή είναι πολύ δημοφιλής διατροφική επιλογή για το σύγχρονο (κυρίως δυτικό) άνθρωπο. Η παραγωγή του κόκκινου κρέατος έχει αυξηθεί 4-5 φορές από τη δεκαετία του 1960 (από 71 σε 318 εκατομμύρια τόνους), κι αναμένεται να φτάσει τους 455 εκατομμύρια τόνους έως το 2059. Αυτή η αύξηση αντικατοπτρίζει την αυξημένη ζήτηση του κρέατος, την αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού, και την αυξημενη κατα κεφαλήν κατανάλωση του κόκκινου κρέατος από 20 kg σε 43 kg ανά άτομο.

Σχετικά με τη χρήση γης που εκμεταλλεύεται η κτηνοτροφία, πριν από μία χιλιετία μόνο το 4% της κατοικίσιμης (που δεν είναι έρημος) ξηράς χρησιμοποιείτο στις καλλιέργειες, ενώ πλέον αυτό το ποσοστό έχει φτάσει στο 50%. Από αυτήν, τα τρία τέταρτα είναι αφιερωμένα σε βοσκοτόπια και σε γη για σοδειές για την εκτροφή των ζώων. Από την άλλη, η κτηνοτροφία αποδίδει μόνο το 18% των θερμίδων και το 37% των πρωτεϊνών της ανθρώπινης διατροφής παγκοσμίως. Όλη αυτή η ραγδαία γεωργική επέκταση έχει επηρεάσει αρνητικά τη φυσιογνωμία του περιβάλλοντος και τη βιοποικιλότητα. Συνεπώς, είναι κρίσιμο ζήτημα η ανθρωπότητα να αναθεωρήσει το θέμα της κατανάλωσης τόσο μεγάλων ποσοτήτων κρέατος, ειδικά κόκκινου, λόγω του πολύ μεγάλου οικολογικού κόστους που έχει, παράλληλα με το κόστος που έχει στην ανθρώπινη υγεία.

Vegan και κλιματική αλλαγή

Πολλοί άνθρωποι τις τελευταίες δεκαετίες έχουν στραφεί για ηθικούς και οικολογικούς λόγους σε διατροφικά πρότυπα που περιορίζουν ή αποκλείουν το κρέας ή και γενικά τα ζωικής προέλευσης τρόφιμα. Έτσι, βλέπουμε τάσεις όπως η χορτοφαγία και η αυστηρή χορτοφαγία (βηγκανισμός) να κερδίζουν έδαφος.

Παρ’όλα αυτά, ο αποκλεισμός του κρέατος, ακόμη και του βοδινού, και των ζωικών τροφίμων γενικά, δεν είναι απαραίτητος. Μπορεί η εργοστασιακού τύπου εκτροφή να απαιτεί τη σίτιση των ζώων με σοδειές που καταλαμβάνουν επιπλέον χωράφια, όμως η φυσική μέθοδος σίτισης των αγελάδων είναι η ελεύθερη βοσκή σε εκτάσεις οι οποίες έτσι κι αλλιώς έχουν φτωχό έδαφος και δεν είναι εκμεταλλεύσιμες. Η βόσκηση, εντούτοις, παράγει κοπριά η οποία γονιμοποιεί τις σοδειές, με αποτέλεσμα να υπάρχει τελικά παραγωγή φαγητού. Ουσιαστικά, το ιδανικό για το περιβάλλον είναι η σύμπραξη των σοδειών με το μεγάλωμα των ζώων.

Το κρέας και τα γαλακτοκομικά είναι αναμφίβολα πολύ θρεπτικές τροφές, εφόσον καταναλώνονται με μέτρο. Ειδικά κάποια απαραίτητα θρεπτικά μόρια, όπως οι βιταμίνες D3, και B12, και το λιπαρό DHA, και κάποια άλλα χρήσιμα συστατικά όπως η κρεατίνη, η καρνοσίνη, ο αιμικός σίδηρος, και η ταυρίνη είναι διαθέσιμα μόνο στο κρέας. Άτομα τα οποία αποκλείουν το κρέας μπορούν να λάβουν αυτά τα θρεπτικά συστατικά αναγκαστικά μέσω συμπληρωμάτων διατροφής ή εμπλουτισμένων τροφίμων.

Μεσογειακή Διατροφή φιλική προς το περιβάλλον

Η Μεσογειακή Δίαιτα έχει αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια ως μία από τις πιο μακροβιοτικές και ωφέλιμες για την υγεία δίαιτες. Εκτός όμως από απλά ένα διατροφικό μοτίβο, είναι κι ένα πολιτισμικό μοντέλο του πώς τα τρόφιμα διαλέγονται, παράγονται, επεξεργάζονται, και διανέμονται. Το 2010 μάλιστα ανακηρύχτηκε από την UNESCO ως Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά της Ανθρωπότητας.

Η Μεσογειακή Διατροφή,αντίθετα με το βηγκανισμό, δεν αποκλείει τα ζωικά τρόφιμα, όμως στηρίζεται όντως στα φυτικής προέλευσης τρόφιμα. Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο διατροφής, η μερίδα του λέοντος της δίαιτας πρέπει να αποτελείται από φρούτα, λαχανικά, δημητριακά, καρπούς, σπόρους, φυτικά έλαια, και όσπρια, και σε μικρότερες ποσότητες τα αυγά και τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Όσο για το κρέας, η μεσογειακή διατροφική πυραμίδα ορίζει να καταναλώνονται σποραδικά το ψάρι και τα πουλερικά από 1-2 φορές την εβδομάδα, και το κόκκινο κρέας το πολύ 1 φορά το μήνα. Με αυτό τον τρόπο η διατροφή έχει την απαραίτητη ποικιλία που χρειάζεται ο ανθρώπινος οργανισμός, χωρίς να αποκλείονται ολόκληρες ομάδες τροφίμων.

Συνοψίζοντας

Από τα παραπάνω φαίνεται ότι η Μεσογειακή Δίαιτα θα μπορούσε εύκολα να θεωρηθεί «βιώσιμη διατροφή», αφού οι αρχές της συνάδουν με τις επιλογές τροφίμων που έχουν να κάνουν με μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος. Η έμφαση, τέλος, πρέπει να δωθεί στη μείωση του κόκκινου κρέατος στη μία φορά το μήνα, και την αντικατάστασή του με φυτικά τρόφιμα ή κρέατα όπως τα πουλερικά και το ψάρι με, που επιβαρύνουν πολύ λιγότερο το περιβάλλον.

* Το άρθρο της Μάιρας-Ευαγγελίας Στεφανάκου δημοσιεύτηκε στο mednutrition.gr

Ακολουθήστε το Run 'n Fun στο Google News

Previous ArticleNext Article

Γιατί έχουμε επιθυμία για γλυκό μετά το φαγητό;

Γράφει η Μάιρα-Ευαγγελία Στεφανάκου* 

«Δεν έχει γλυκό αν δε φας όλο το φαγητό σου.» – φράση που θυμόμαστε όλοι από τα παιδικά πάρτυ που πηγαίναμε μικροί. «Αν φας το φαγητό σου, θα σου πάρω τη σοκολάτα που σου αρέσει.» Μήπως υπάρχει ένα μοτίβο εδώ; Γιατί ο οργανισμός μας δεν μπορεί να αντισταθεί στα γλυκά, σε σημείο να τα θεωρούμε έως και «επιβράβευση» μετά από ένα ολοκληρωμένο γεύμα;

Είναι αλήθεια ότι όλοι γνωρίζουμε τη σημασία της εγκράτειας απέναντι στα γλυκά, ειδικά στο πλαίσιο της επίτευξης ή διατήρησης του ιδανικού μας βάρους. Εντούτοις, η επιθυμία για κάτι γλυκό, ειδικά μετά από ένα αλμυρό γεύμα, υπονομεύει την προσπάθειά μας αυτή, πόσω μάλλον αν είναι συνήθεια ετών.

Γιατί δημιουργείται η επιθυμία για γλυκό;

Η αναζήτηση του γλυκού είναι κάτι κοινό στους ανθρώπους, καθώς έχει κατά κάποιο τρόπο περάσει στην ίδια μας τη βιολογία. Η αγάπη για τη γλυκιά γεύση είναι κάτι που στην πραγματικότητα ευνόησε πολύ το ανθρώπινο είδος στο ταξίδι της εξέλιξής του, αφού ανέκαθεν το προσανατόλιζε σε τρόφιμα τα οποία ήταν βρώσιμα και ασφαλή (αντίθετα με τα δηλητηριώδη τρόφιμα που συνήθως είναι πικρά) και θρεπτικά.

Τρανό παράδειγμα είναι άλλωστε, τα φρούτα, πλούσια σε ενέργεια και απαραίτητα θρεπτικά συστατικά όπως οι βιταμίνες και τα αντιοξειδωτικά. Αυτή η στροφή της ανθρώπινης διατροφής στην επιλογή γλυκών τροφίμων είναι ακόμη πιο έντονη στη βρεφική και παιδική ηλικία.

Γιατί το σπανάκι κόβει την όρεξη για γλυκό;

Όταν γευόμαστε κάτι γλυκό, τα σάκχαρα ανεβάζουν τα επίπεδα του αμινοξέος τρυπτοφάνη, που με τη σειρά του αυξάνει τη σύνθεση της σεροτονίνης (ο «νευροδιαβιβαστής της ευεξίας»). Με αυτό τον τρόπο, ενεργοποιείται το σύστημα του εγκεφάλου που προκαλεί το αίσθημα της ευχαρίστησης. Αξιοσημείωτο μάλιστα είναι πως το αλκοόλ και πολλά εθιστικά φάρμακα μοιράζονται πολλά από αυτά τα μονοπάτια που αφορούν στην αναζήτηση της γλυκιάς γεύσης, που αποτελεί τη φυσική επιβράβευση του οργανισμού.

Εκτός όμως από αυτή τη φυσική ροπή, για ποιο λόγο πολλοί από εμάς δηλώνουμε αιώνιοι γλυκατζήδες, ορκισμένοι λάτρεις της σοκολάτας, κ.ο.κ.; Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, οι διαφορές ανάμεσα στα άτομα όσον αφορά στην κατανάλωση των γλυκών οφείλονται εν μέρει και στο γενετικό προφίλ του εκάστοτε ατόμου. Ταυτόχρονα, πολλοί άνθρωποι καταφεύγουν στα γλυκά για συναισθηματικούς λόγους (οι λεγόμενοι emotional eaters). Σε καταστάσεις όπως κατάθλιψη, συμπτώματα προεμμηνορρυσιακού συνδρόμου, και στρες, τα γλυκά είναι τα «comfort food» επιλογής, καθώς είναι εύγεστα και ήπια εξαιτίας της περιεκτικότητάς τους σε λίπος και ζάχαρη.

Γλυκό μετά το φαγητό, από τι επηρεάζεται η επιθυμία αυτή;

Αυτό που οδηγεί πολλούς στο να λήγουν το κύριο γεύμα καταναλώνοντας επιδόρπιο (δηλαδή αυτό που ακολουθεί το δόρπον, που στην αρχαία ελληνική σήμαινε το δείπνο) είναι, πρωταρχικά, η δύναμη της συνήθειας. Η αύξηση της σεροτονίνης που μεσολαβείται από την πρόσληψη των σακχάρων και ενεργοποιεί το αίσθημα της ευχαρίστησης κινητοποιεί τον εγκέφαλο να επαναλάβει τη συνήθεια της κατανάλωσης του γλυκού.

Αυτό προφανώς είναι εντονότερο όσο πιο παλιά είναι η συνήθεια, αφού οι επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές εντυπώνονται στα νευρωνικά μονοπάτια. Παράλληλα, εάν η κατανάλωση του γλυκού μετά το φαγητό είναι συνήθεια που μας συντροφεύει στο μεγάλωμα ή στην κουλτούρα μας, μπορεί να έχουμε σχηματίσει την πεποίθηση ότι οφείλουμε να διαιωνίσουμε αυτό το «έθιμο».

Τα καλά νέα;

Με τον ίδιο τρόπο που δημιουργούμε και διατηρούμε κάποιες συνήθειες που επιβαρύνουν τη διατροφή μας, μπορούμε να υιοθετήσουμε και νέες. Άλλωστε, συγχρονική μελέτη έχει δείξει ότι όσοι ήταν στη διαδικασία δίαιτας απώλειας βάρους είχαν σημαντικά λιγότερες, ασθενέστερες και πιο ελέγξιμες «λιγούρες» για τη σοκολάτα και άλλα γλυκά.

Ένας άλλος ένοχος για την επιθυμία για γλυκό μετά το γεύμα μπορεί να είναι και η έλλειψη αίσθησης κορεσμού από το ίδιο το γεύμα. Εάν το κυρίως γεύμα δεν ήταν επαρκές σε ποσότητα, θερμίδες και θρεπτικά συστατικά, τότε ο οργανισμός σύντομα θα αναζητήσει την ενέργεια που του λείπει, συνήθως στη μορφή ενός εύγεστου τροφίμου με απλά σάκχαρα και λίπος.

Ακόμη, ένα διατροφικό πλάνο που περιέχει τροφές υψηλού γλυκαιμικού δείκτη (όπως γλυκά, χυμοί, επιτραπέζια ζάχαρη, λευκό ψωμί, λευκά ζυμαρικά) σε αφθονία έχει ως αποτέλεσμα το σάκχαρο του αίματος να κατεβαίνει απότομα, προκαλώντας κόπωση και πείνα, ειδικά σε διαβητικούς ή άλλα άτομα με κακή ρύθμιση του σακχάρου.

Τέλος, η ταχύτητα κατανάλωσης του γεύματος παίζει ρόλο στην επιθυμία να φάμε ξανά μεταγευματικά. Έρευνα έδειξε ότι μετά από ένα γεύμα που διήρκησε μόνο πέντε λεπτά, τα επίπεδα των πεπτιδίων που ρυθμίζουν την πείνα και το αίσθημα πληρότητας ήταν χαμηλότερα σε σχέση με τα επίπεδα μετά από ένα τριαντάλεπτο γεύμα. Αυτό σημαίνει πως το μήνυμα ότι «χορτάσαμε» απαιτεί περίπου μισή ώρα για να φτάσει στον εγκέφαλο, άρα η επιθυμία για φαγητό εξακολουθεί να υπάρχει μέσα σε αυτό το χρονικό παράθυρο.

Πως θα αποφύγετε τα γλυκά με… γλυκό τρόπο!

Πώς να το αντιμετωπίσετε;

Ένας τρόπος να σπάσουμε τη συνήθεια του επιδορπίου είναι να επιδράσουμε στο μοτίβο της επιβράβευσης, το οποίο αναφέραμε προηγουμένως. Έτσι, στη θέση ενός γλυκού που έπεται του σήματος της λήξης του φαγητού, μπορούμε να εισάγουμε μια νέα συνήθεια. Για παράδειγμα, μπορούμε μετά το φαγητό να καταναλώσουμε ένα ποτήρι νερό ή ένα ρόφημα με λίγες θερμίδες, όπως καφές, τσάι, ή ένα μικρό φρούτο ή λίγους ξηρούς καρπούς. Εναλλακτικά, μπορούμε να κάνουμε έναν περίπατο ή μια άλλη δραστηριότητα που μας ευχαριστεί, κάθε φορά που νιώθουμε «λιγούρα» για ένα γλυκό μετά το φαγητό.

Η κατανάλωση μικρών, τακτικών γευμάτων μέσα στην ημέρα βοηθά στον καλύτερο έλεγχο της πείνας και του κορεσμού. Πολύ σημαντική είναι και η σύνθεση των γευμάτων μας μέσα στην ημέρα. Καθώς η πρωτεΐνη και οι διαιτητικές ίνες είναι τα συστατικά που προκαλούν καλύτερο κορεσμό, πρέπει να φροντίζουμε αυτά τα μακροθρεπτικά συστατικά να υπάρχουν σε επάρκεια στο καθημερινό μας διαιτολόγιο. Συγχρόνως, οι επιλογές τροφίμων πλούσιων σε ίνες και σύνθετους υδατάνθρακες (όπως τα λαχανικά, τα όσπρια, και τα προϊόντα ολικής άλεσης) βοηθούν στον καλύτερο γλυκαιμικό έλεγχο, αφού πέπτονται σε πιο αργούς ρυθμούς, και κατ’επέκταση δεν προκαλούν απότομα σκαμπανεβάσματα του σακχάρου.

Μια τελευταία συμβουλή: το φαγητό εκτός από απαραίτητο είναι και μία απόλαυση. Δώστε στο γεύμα σας την προσοχή και το χρόνο που χρειάζεται!

Διαβάστε επίσης: Ζελέ: Το υποτιμημένο αλλά θαυματουργό γλυκό

* H Μάιρα-Ευαγγελία Στεφανάκου είναι Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, απόφοιτος του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου Αθηνών. Παρέχει κατ’οίκον διαιτολογικές υπηρεσίες στο Χολαργό και την Αγία Παρασκευή. Το άρθρο της δημοσιεύτηκε στο mednutrition.gr

Ακολουθήστε το Run 'n Fun στο Google News

Τροφές που οι διατροφολόγοι προτείνουν να μην καταναλώνετε

Τροφές που οι διατροφολόγοι προτείνουν να μην καταναλώνετε

Υπάρχουν τροφές που πρέπει να καταναλώνετε με μέτρο και κάποιες που δεν πρέπει να βάζετε καν στο στόμα σας. Μπορεί να δείχνουν ελκυστικές λόγω των χαμηλών λιπαρών και της νόστιμης γεύσης, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει πως κάνουν για εσάς.

Πρέπει να γνωρίζετε πως οι ετικέτες στις συσκευασίες είναι συχνά παραπλανητικές. Για παράδειγμα ο χυμός φρούτων δεν είναι πάντοτε τόσο φρέσκος και θρεπτικός και μπορεί να περιέχει περισσότερη ζάχαρη από ένα αναψυκτικό.

Σύμφωνα με την Αρχή Διατροφής ο χυμός φρούτων περιέχει πολύ λιγότερα θρεπτικά συστατικά σε σύγκριση με πολλές φυτικές τροφές. Δεν περιέχει φυτικές ίνες και έχει όσες θερμίδες περιέχουν αρκετά ζαχαρούχα ροφήματα. Υπάρχουν επίσης τροφές που περιέχουν τρανς λιπαρά και θα πρέπει να μείνετε μακριά τους. Αυτές αυξάνουν την κακή χοληστερόλη και συμβάλουν στην εμφάνιση καρδιακών νοσημάτων.

Ακολουθεί η λίστα με τις τροφές και τα ροφήματα  που οι ειδικοί συνιστούν να τις βγάλετε από τα πρόγραμμά σας:

Tρανς λιπαρά

Υπάρχουν τροφές με μερικώς υδρογωνομένα έλαια, γι αυτό διαβάστε προσεκτικά τις ετικέτες τους. Ακόμη και αν αναφέρουν πως έχουν 0 τρανς λιπαρά ανά μερίδα, ενδέχεται να περιέχουν μικρές ποσότητες, αφού επιτρέπεται η σήμανση με αυτό τον τρόπο για τροφές που περιέχουν λιγότερο από 0,5 τρανς λιπαρά.

Ποιες τροφές έχουν τρανς λιπαρά και πόσο κακό κάνουν;

Φυστικοβούτυρο με λίγα λιπαρά

Όταν αφαιρείται λίπος, ισοσταθμίζεται με έξτρα ποσότητα ζάχαρης και άλλων συμπληρωμάτων. Το γνήσιο φυστικοβούτυρο θα πρέπει να προέρχεται μοναχά από καβουρδισμένα φιστίκια. Το λίπος στο φυσικό φυστικοβύτυρο κάνει καλό στην καρδιά  και σας χορταίνει.

Κοκτέιλ με χυμό φρούτων

Στα ποτά που γίνεται ανάμειξη του αλκοόλ με χυμούς φρούτων που έχουν αρκετή πρόσθετη ζάχαρη, το αποτέλεσμα δεν είναι καλό για εσάς. Σίγουρα δεν χρειάζεστε αυτή την επιπλέον ποσότητα ζάχαρης στον οργανισμό σας.

Αναψυκτικά

Δεν ωφελούν σε τίποτε καθώς είναι γεμάτα ζάχαρη. Προτιμήστε τα ανθρακούχο νερό ή το seltzer με λίγο χυμό φρούτου.

Μαργαρίνη

Θεωρείται ως μια καλή εναλλακτική αντί του βουτύρου, ωστόσο πολλές εκδόσεις της, περιέχουν υδρογονωμένο λάδι με τρανς λίπη.

Μεγάλα ψάρια

Τα ψάρια όπως το σκουμπρί περιέχουν υψηλές ποσότητες υδραργύρου, προτιμήστε τον γαύρο, τη σαρδέλα τα στρείδια  και τα μικρότερα ψάρια γενικά για να πάρετε Ω3.

Βρώμη με φρούτα 

Επιλέξτε τις νιφάδες που έχει σαν βάση μόνο την βρώμη και εμπλουτίστε την γεύση με φρούτα και κανέλα.

Φρούτα σε κονσέρβα με σιρόπι

Συνήθως έχουν έξτρα ποσότητες ζάχαρης λόγω του σιροπιού. Προτιμήστε τα φρούτα κονσέρβας σε νερό ή χυμό.

Ζάχαρη: Με 9 μέρες αποχή, πέφτουν χοληστερίνη, τριγλυκερίδια!

Γαλακτοκομικά προϊόντα

Τα προϊόντα αυτά εκτός από την θετική επίδραση στα κόκαλα, έχουν και παρενέργειες που πολλοί αγνοούν. Ενδέχεται να επηρεάσουν την υγεία των μαλλιών, τα νύχια  και να προκαλέσουν αλλεργικά συμπτώματα. Επιλέξτε τα πράσινα φυλλώδη λαχανικά, τα αμύγδαλα, τις φακές και τα αβοκάντο για να πάρετε τη βιταμίνη D που χρειάζεστε, καθώς και το ασβέστιο και τις πρωτεΐνες.

Επεξεργασμένο αλεύρι

Όλα τα θρεπτικά στοιχεία του χάνονται κατά την διαδικασία της επεξεργασίας. Το σώμα παλεύει να το χωνέψει τα παράγωγά του λόγω έλλειψης φυτικών ινών. Η γλουτένη που περιέχει συχνά δημιουργεί αλλεργικές αντιδράσεις.

Διαβάστε ακόμα: Πρέπει να «κόβουμε» το ψωμί όταν κάνουμε διατροφή;

Ακολουθήστε το Run 'n Fun στο Google News

x
Send this to a friend