Πώς η οικονομική κρίση μας παχαίνει…

Μέσα στην οικονομική κρίση θα περίμενε κανείς να αυξάνονται τα κρούσματα υποσιτισμού και μείωσης του σωματικού βάρους. Χαρακτηριστική έκφραση των περισσότερων είναι… «θα πεινάσουμε»!

Επιστημονικές μελέτες, ωστόσο, καταγράφουν σε διεθνές επίπεδο το λεγόμενο «παράδοξο της πείνας με παχυσαρκία» (the hunger-obesity paradox). Παρατηρείται, λοιπόν, ότι όσο βαθαίνει η οικονομική κρίση και μειώνεται το εισόδημα τόσο αυξάνεται το μέσο σωματικό βάρος των ενηλίκων.

Εξάλλου, είναι επιστημονικά παραδεκτό πλέον ότι η παχυσαρκία τείνει να εμφανίζεται περισσότερο σε άτομα με χαμηλή κοινωνικο-οικονομική κατάσταση.

Σύμφωνα με αναλύσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Τροφίμων και Γεωργίας (Food and Agriculture Organization, FAO), οι αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων οδηγούν σε αλλαγές τόσο στην ποσότητα, όσο και στo είδος των τροφίμων που αγοράζονται.

Και ενώ θα περίμενε κάποιος αυτή η κατάσταση να οδηγήσει σε μείωση της ποσότητας του φαγητού, που καταναλώνεται, παρατηρείται το αντίθετο φαινόμενο. Ειδικότερα, στις δυτικές κοινωνίες, όπως η ελληνική, φαίνεται ότι οι αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων οδηγούν, κυρίως, σε υποκατάσταση των ακριβότερων τροφίμων, με άλλα τρόφιμα φθηνότερα μεν, χαμηλότερης διατροφικής αξίας δε!

Φθηνότερο και χειρότερο φαγητό

Εξαιτίας της οικονομικής δυσπραγίας, λοιπόν, τα νοικοκυριά καταφεύγουν στην επιλογή φθηνότερου φαγητού, συχνά κακής ποιότητας και χαμηλής θρεπτικής αξίας. Ο οικογενειακός προϋπολογισμός δεν μπορεί να «αντέξει» το ψάρι, τα φρέσκα φρούτα και λαχανικά, με αποτέλεσμα να επιλέγονται λιγότερο θρεπτικές ομάδες τροφίμων.

Στον αντίποδα, ως φθηνότερη επιλογή, βρίσκεται το πρόχειρο και γρήγορο φαγητό (fast food), το οποίο «κρύβει» περισσότερα και κακής ποιότητας λιπαρά, αλάτι και φυσικά, πολλές θερμίδες. Η κατανάλωση φθηνού και υψηλής θερμιδικής αξίας φαγητού προωθεί την παχυσαρκία.

Ο αυξημένος λιπώδης ιστός στα παχύσαρκα άτομα εμπλέκεται με μηχανισμούς που αυξάνουν τον κίνδυνο για την εμφάνιση καρδιαγγειακών νοσημάτων, σακχαρώδη διαβήτη, καρκίνου και άλλων νοσημάτων. Ιδιαίτερα, όταν η μη ισορροπημένη διατροφή συνδυάζεται και με έλλειψη σωματικής δραστηριότητας, ο κίνδυνος για την εμφάνιση των παραπάνω νοσημάτων πολλαπλασιάζεται.

Σε αυτό το σημείο εμπλέκεται, σαφώς, και η οικονομική κρίση, καθώς δυσκολεύει τη δυνατότητα για κινητική αναψυχή και άσκηση (πρόσβαση σε γυμναστήρια, κολυμβητήρια, κ.ά.), ενώ προωθεί την επιλογή της καθιστικής και φθηνής αναψυχής (τηλεόραση, χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, κ.ά.).

Συμπερασματικά, σε μια παρατεταμένη περίοδο οικονομικής κρίσης και τροφικής ανασφάλειας παρατηρούνται αρνητικές επιδράσεις στις συνήθειες διατροφής και άσκησης, με αντίκτυπο στην υγεία και στην ποιότητα ζωής του ανθρώπου. Τί θα μπορούσαμε, λοιπόν, να κάνουμε;

Η ρίζα του κακού και οι επιλογές μας

Δεδομένου ότι η τροφική ανασφάλεια είναι φαινόμενο κοινωνικο-οικονομικό, η πραγματική λύση βρίσκεται στη ρίζα του προβλήματος. Ωστόσο, στη δεδομένη κατάσταση, η εναλλακτική λύση που φαίνεται ότι μπορεί να προστατεύσει την υγεία μας είναι η επιστροφή στο μεσογειακό πρότυπο διατροφής, προσαρμοσμένο στις οικονομικές μας δυνατότητες.

Η συχνότερη κατανάλωση οσπρίων, η επιλογή μικρών ψαριών (σαρδέλες, γαύρος) και η επιλογή φρέσκων φρούτων και λαχανικών της εποχής, αποτελούν οικονομικότερες διατροφικές επιλογές, με υψηλή θρεπτική αξία. Τέλος, όσον αφορά τις συνήθειες άσκησης, το περπάτημα, η χρήση ποδηλάτου, η πεζοπορία, η κηπουρική και ο χορός, αποτελούν ευχάριστες και συνάμα οικονομικές επιλογές.

Διαβάστε ακόμα: Η μεσογειακή διατροφή κάνει καλό μόνο στους πλούσιους!

Previous ArticleNext Article

Αναλύοντας τους δημοφιλέστερους διατροφικούς μύθους

Του Νίκου Καφετζόπουλου*

Όπως συμβαίνει με τους μύθους γύρω από τη γυμναστική και το κάψιμο λίπους, έτσι ακριβώς και οι λανθασμένες αντιλήψεις γύρω από τη διατροφή στέκονται πολλές φορές εμπόδιο στην προσπάθειά μας να χάσουμε κιλά.

  • “Το βραδινό «παχαίνει»”. Φυσικά και δεν είναι αλήθεια, αφού το αν θα χάσει ένα άτομο βάρος, εξαρτάται από το ισοζύγιο ενέργειάς του. Αν η ενέργεια που προσλαμβάνει είναι μικρότερη από την ενέργεια που καταναλώνει, θα χάσει κιλά. Αν είναι μεγαλύτερη, θα πάρει. Παρ’ όλα αυτά, καλό είναι να προτιμήσεις ένα ελαφρύ βραδινό, 2-3 ώρες πριν από τον ύπνο, έτσι ώστε να προλάβει να ολοκληρωθεί η διαδικασία της πέψης.
  • “Το πράσινο τσάι αδυνατίζει”. Διαφημίζεται ότι το πράσινο τσάι, λόγω των κατεχινών και της καφεΐνης που περιέχει, βοηθά στην αύξηση του μεταβολισμού και, κατά συνέπεια, στην απώλεια βάρους. Η αλήθεια είναι ότι όντως φαίνεται να αυξάνει τον μεταβολισμό, αλλά η αύξηση αυτή δεν είναι τόσο σημαντική ώστε να βοηθήσει κάποιον να αδυνατίσει, αν δεν προσέξει γενικότερα την διατροφή του.
  • “Το γκρέιπφρουτ είναι λιποδιαλυτικό”. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, δεν υπάρχουν τρόφιμα που «αδυνατίζουν» ή που ενεργοποιούν τον μεταβολισμό σε τέτοιο βαθμό ώστε να επέλθει απώλεια βάρους. Η μόνη αλήθεια είναι πως δεν μπορούμε να αποδώσουμε μαγικές ιδιότητες σε κανένα τρόφιμο και, για να ενεργοποιηθεί ο μεταβολισμός, πρέπει να αυξηθεί η φυσική δραστηριότητα.
  • “Το μαύρο ψωμί έχει λιγότερες θερμίδες”. Κι όμως, άσπρο και μαύρο ψωμί έχουν τις ίδιες θερμίδες. Όντως, το ψωμί ολικής άλεσης έχει μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες και θρεπτικά συστατικά, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να καταναλωθεί σε μεγαλύτερες ποσότητες από το λευκό. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και τα υπόλοιπα προϊόντα ολικής άλεσης, όπως, για παράδειγμα, τα ζυμαρικά.
  • “Οι ανάλατοι ξηροί καρποί δεν έχουν θερμίδες”. Οι ανάλατοι ξηροί καρποί απλώς δεν έχουν αλάτι! Θερμιδικά δεν έχουν διαφορά με τους αλατισμένους – κάτι που σημαίνει ότι περιέχουν περίπου 500 θερμίδες ανά 100 γραμμάρια. Φυσικά και μπορούν να αποτελούν μέρος ενός υγιεινού διαιτολογίου, αλλά πάντα με μέτρο.
  • “Η μαύρη σοκολάτα είναι «αθώα»”. Η μαύρη σοκολάτα είναι ανώτερη θρεπτικά από τη γάλακτος, λόγω της μεγαλύτερης περιεκτικότητας σε κακάο και αντιοξειδωτικά. Ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να καταναλώνεται ελεύθερα, καθώς προσδίδει τις ίδιες θερμίδες με όλες τις άλλες σοκολάτες – περίπου 500 με 600 ανά 100 γραμμάρια.

Διαβάστε επίσης: Πως… αυτοκτονούμε μέσω της διατροφής μας

* Ο Νίκος Καφετζόπουλος είναι Κλινικός Διαιτολόγος – Διατροφολόγος. Έχει γράψει το βιβλίο “Πρακτικός οδηγός Αθλητικής Διατροφής”. Στο www.nutribase.gr μπορείτε να βρείτε περισσότερες πληροφορίες για τη δουλειά του.

Πώς η διατροφή μας επηρεάζει την κλιματική αλλαγή

Της Μάιρας-Ευαγγελίας Στεφανάκου*

Κατά το φαινόμενο του θερμοκηπίου, η ακτινοβολία που απορροφά η ατμόσφαιρα από τον ήλιο θερμαίνει την επιφάνεια της γης, μία φυσική διαδικασία απαραίτητη για τη συντήρηση της ζωής στον πλανήτη μας. Από την άλλη, από τα μέσα του 20ου αι., εξαιτίας της υπερβολικής βιομηχανικής δραστηριότητας του ανθρώπου, το φαινόμενο αυτό έχει λάβει μεγαλύτερες από τις φυσιολογικές διαστάσεις, σε σημείο να μιλάμε πλέον για υπερθέρμανση του πλανήτη και κλιματική αλλαγή.

Από τι επηρεάζεται η κλιματική αλλαγή;

Στην ατμόσφαιρα, συγκεκριμένα αέρια εμποδίζουν τη θερμότητα από το να δραπετεύσει. Κάποια από αυτά, όπως οι υδρατμοί, ανταποκρίνονται με φυσικό ή χημικό τρόπο σε θερμοκρασιακές αλλαγές, και δε συνεισφέρουν στην ένταση του φαινομένου του θερμοκηπίου. Αντίθετα, κάποια άλλα αέρια παραμένουν για πολύ καιρό στην ατμόσφαιρα, όπως για παράδειγμα το διοξείδιο του άνθρακα (CO2), το υποξείδιο του αζώτου (N2O), το μεθάνιο (CH4), κι οι χλωροφθοράνθρακες (CFCs). Αυτά παράγονται κι εκπέμπονται, εκτός από κάποιες φυσικές διεργασίες, κυρίως από τις πρακτικές καλλιέργειας του εδάφους και την καύση ορυκτών καυσίμων. Μετά τη βιομηχανική επανάσταση, όλα τα παραπάνω προκάλεσαν πρωτοφανή για τον πλανήτη μας αύξηση των βλαβερών αερίων του θερμοκηπίου, φέρνοντάς μας σήμερα αντιμέτωπους με την κλιματική αλλαγή.

Η κλιματική αλλαγή μπορεί να θεωρηθεί ως πανδημία, εξαιτίας των σαρωτικών επιδράσεων που επιφέρει στην ανθρώπινη υγεία και τον πλανήτη. Η επιστημονική κοινότητα κάνει λόγο για τον όρο «συνδημία», δηλαδή τη συνέργεια των ακόλουθων επιδημιών: παχυσαρκία, υποσιτισμός, και κλιματική αλλαγή, τα οποία απειλούν την υγεία και την επιβίωση. Επομένως , η κλιματική αλλαγή και η διατροφή είναι έννοιες αλληλοεξαρτώμενες. Η παραγωγή της τροφής, όπως θα δούμε και παρακάτω, είναι ένα ταξίδι με μεγάλο περιβαλλοντικό αντίκτυπο κι επηρεάζει την κλιματική αλλαγή, ενώ η κλιματική αλλαγή σύντομα θα αρχίσει να επηρεάζει και την ποιότητα και ποσότητα της παραγόμενης τροφής στο μέλλον.

Η ανθρώπινη διατροφή, η χρήση νερού και γης και η μόλυνση του περιβάλλοντος που σχετίζονται με την παραγωγή τροφής συνεισφέρουν στην εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου. Το ταξίδι των τροφίμων μέχρι το πιάτο μας περικλείει κάθε πλευρά αγροτικής παραγωγής, αποθήκευσης, επεξεργασίας, διανομής, και κατανάλωσης. Σε κάθε στάδιο παράγονται απόβλητα, ενώ υπάρχουν κι απώλειες θρεπτικών συστατικών. Μάλιστα, το 19% των αερίων του θερμοκηπίου προέρχονται από την κτηνοτροφία (μεθάνιο, οξείδιο του αζώτου, συνεισφορά από τις σοδιές που χρησιμοποιούνται ως τροφή για τα ζώα, αποψίλωση των δασών).

Πώς συνδέεται η εκτροφή ζώων με την κλιματική αλλαγή;

Από μετρήσεις που έχουν γίνει όσον αφορά στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου ανά βάρος τροφίμου, φαίνεται ότι το βοδινό κρέας έχει ασύγκριτα μεγαλύτερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα από οποιοδήποτε άλλο τρόφιμο. Ακολουθεί το αρνίσιο κρέας,το τυρί και τα γαλακτοκομικά, και τα λευκά κρέατα, όπως ψάρι και πουλερικά, και τα αυγά. Αντιθέτως, το ρύζι, τα σιτηρά, τα όσπρια, και τα φρούτα και τα λαχανικά που είναι οι κύριες φυτικές ομάδες τροφίμων που στηρίζουν την ανθρώπινη διατροφική πυραμίδα έχουν πολλές φορές λιγότερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Ειδικά οι ξηροί καρποί φαίνεται ότι έχουν και θετικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα.

Ενώ λοιπόν τα δεδομένα δείχνουν ότι τα ζωικής προέλευσης τρόφιμα είναι πολύ επιβαρυντικά για την ατμόσφαιρα, την ίδια στιγμή είναι πολύ δημοφιλής διατροφική επιλογή για το σύγχρονο (κυρίως δυτικό) άνθρωπο. Η παραγωγή του κόκκινου κρέατος έχει αυξηθεί 4-5 φορές από τη δεκαετία του 1960 (από 71 σε 318 εκατομμύρια τόνους), κι αναμένεται να φτάσει τους 455 εκατομμύρια τόνους έως το 2059. Αυτή η αύξηση αντικατοπτρίζει την αυξημένη ζήτηση του κρέατος, την αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού, και την αυξημενη κατα κεφαλήν κατανάλωση του κόκκινου κρέατος από 20 kg σε 43 kg ανά άτομο.

Σχετικά με τη χρήση γης που εκμεταλλεύεται η κτηνοτροφία, πριν από μία χιλιετία μόνο το 4% της κατοικίσιμης (που δεν είναι έρημος) ξηράς χρησιμοποιείτο στις καλλιέργειες, ενώ πλέον αυτό το ποσοστό έχει φτάσει στο 50%. Από αυτήν, τα τρία τέταρτα είναι αφιερωμένα σε βοσκοτόπια και σε γη για σοδειές για την εκτροφή των ζώων. Από την άλλη, η κτηνοτροφία αποδίδει μόνο το 18% των θερμίδων και το 37% των πρωτεϊνών της ανθρώπινης διατροφής παγκοσμίως. Όλη αυτή η ραγδαία γεωργική επέκταση έχει επηρεάσει αρνητικά τη φυσιογνωμία του περιβάλλοντος και τη βιοποικιλότητα. Συνεπώς, είναι κρίσιμο ζήτημα η ανθρωπότητα να αναθεωρήσει το θέμα της κατανάλωσης τόσο μεγάλων ποσοτήτων κρέατος, ειδικά κόκκινου, λόγω του πολύ μεγάλου οικολογικού κόστους που έχει, παράλληλα με το κόστος που έχει στην ανθρώπινη υγεία.

Vegan και κλιματική αλλαγή

Πολλοί άνθρωποι τις τελευταίες δεκαετίες έχουν στραφεί για ηθικούς και οικολογικούς λόγους σε διατροφικά πρότυπα που περιορίζουν ή αποκλείουν το κρέας ή και γενικά τα ζωικής προέλευσης τρόφιμα. Έτσι, βλέπουμε τάσεις όπως η χορτοφαγία και η αυστηρή χορτοφαγία (βηγκανισμός) να κερδίζουν έδαφος.

Παρ’όλα αυτά, ο αποκλεισμός του κρέατος, ακόμη και του βοδινού, και των ζωικών τροφίμων γενικά, δεν είναι απαραίτητος. Μπορεί η εργοστασιακού τύπου εκτροφή να απαιτεί τη σίτιση των ζώων με σοδειές που καταλαμβάνουν επιπλέον χωράφια, όμως η φυσική μέθοδος σίτισης των αγελάδων είναι η ελεύθερη βοσκή σε εκτάσεις οι οποίες έτσι κι αλλιώς έχουν φτωχό έδαφος και δεν είναι εκμεταλλεύσιμες. Η βόσκηση, εντούτοις, παράγει κοπριά η οποία γονιμοποιεί τις σοδειές, με αποτέλεσμα να υπάρχει τελικά παραγωγή φαγητού. Ουσιαστικά, το ιδανικό για το περιβάλλον είναι η σύμπραξη των σοδειών με το μεγάλωμα των ζώων.

Το κρέας και τα γαλακτοκομικά είναι αναμφίβολα πολύ θρεπτικές τροφές, εφόσον καταναλώνονται με μέτρο. Ειδικά κάποια απαραίτητα θρεπτικά μόρια, όπως οι βιταμίνες D3, και B12, και το λιπαρό DHA, και κάποια άλλα χρήσιμα συστατικά όπως η κρεατίνη, η καρνοσίνη, ο αιμικός σίδηρος, και η ταυρίνη είναι διαθέσιμα μόνο στο κρέας. Άτομα τα οποία αποκλείουν το κρέας μπορούν να λάβουν αυτά τα θρεπτικά συστατικά αναγκαστικά μέσω συμπληρωμάτων διατροφής ή εμπλουτισμένων τροφίμων.

Μεσογειακή Διατροφή φιλική προς το περιβάλλον

Η Μεσογειακή Δίαιτα έχει αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια ως μία από τις πιο μακροβιοτικές και ωφέλιμες για την υγεία δίαιτες. Εκτός όμως από απλά ένα διατροφικό μοτίβο, είναι κι ένα πολιτισμικό μοντέλο του πώς τα τρόφιμα διαλέγονται, παράγονται, επεξεργάζονται, και διανέμονται. Το 2010 μάλιστα ανακηρύχτηκε από την UNESCO ως Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά της Ανθρωπότητας.

Η Μεσογειακή Διατροφή,αντίθετα με το βηγκανισμό, δεν αποκλείει τα ζωικά τρόφιμα, όμως στηρίζεται όντως στα φυτικής προέλευσης τρόφιμα. Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο διατροφής, η μερίδα του λέοντος της δίαιτας πρέπει να αποτελείται από φρούτα, λαχανικά, δημητριακά, καρπούς, σπόρους, φυτικά έλαια, και όσπρια, και σε μικρότερες ποσότητες τα αυγά και τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Όσο για το κρέας, η μεσογειακή διατροφική πυραμίδα ορίζει να καταναλώνονται σποραδικά το ψάρι και τα πουλερικά από 1-2 φορές την εβδομάδα, και το κόκκινο κρέας το πολύ 1 φορά το μήνα. Με αυτό τον τρόπο η διατροφή έχει την απαραίτητη ποικιλία που χρειάζεται ο ανθρώπινος οργανισμός, χωρίς να αποκλείονται ολόκληρες ομάδες τροφίμων.

Συνοψίζοντας

Από τα παραπάνω φαίνεται ότι η Μεσογειακή Δίαιτα θα μπορούσε εύκολα να θεωρηθεί «βιώσιμη διατροφή», αφού οι αρχές της συνάδουν με τις επιλογές τροφίμων που έχουν να κάνουν με μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος. Η έμφαση, τέλος, πρέπει να δωθεί στη μείωση του κόκκινου κρέατος στη μία φορά το μήνα, και την αντικατάστασή του με φυτικά τρόφιμα ή κρέατα όπως τα πουλερικά και το ψάρι με, που επιβαρύνουν πολύ λιγότερο το περιβάλλον.

* Το άρθρο της Μάιρας-Ευαγγελίας Στεφανάκου δημοσιεύτηκε στο mednutrition.gr

x
Send this to a friend