Δείξε μου το φίλο σου να σου πω τι τρως!

Εlevate SnnhGYNqm on Unsplash

Της Φωτεινής Ρέβη*

Το φαγητό αποτελεί αναμφισβήτητα απαραίτητο στοιχείο για το ανθρώπινο σώμα. Πέρα από αυτό όμως το φαγητό αποτελεί και μέσο επικοινωνίας και κοινωνικοποίησης με τους γύρω μας.

Οικογενειακά γεύματα, επαγγελματικά δείπνα ή φαγητό με φίλους αποτελούν λίγες μόνο από τις περιπτώσεις στις οποίες συνηθίζουμε να γευματίζουμε με άλλα άτομα. Πληθώρα μελετών αποδεικνύουν ότι η διατροφική μας συμπεριφορά επηρεάζεται άμεσα από τις κοινωνικές επιδράσεις που δεχόμαστε από τους συνδαιτυμόνες μας. Έως σήμερα λοιπόν γνωρίζαμε ότι «είμαστε ότι τρώμε», μήπως όμως τελικά είμαστε και ότι τρώει ο διπλανός μας;

Όσοι τρέχουν ή προπονούνται με παρέα, γυμνάζονται περισσότερο

Οι 5 παράγοντες που μας ωθούν να τρώμε περισσότερο

1. Κατανάλωση φαγητού μαζί με άλλους

Ένα αποτέλεσμα το οποίο έχει φανεί από την πλειοψηφία των ερευνών είναι ότι τα άτομα συνηθίζουν να τρώνε πιο πολύ, όταν γευματίζουν μαζί με τον σύντροφό τους, με συγγενείς ή με φίλους, παρά όταν τρώνε μόνοι τους, ενώ η ποσότητα του καταναλισκόμενου φαγητού φαίνεται να αυξάνεται αναλογικά με το μέγεθος της παρέας. Πολύ μηχανισμοί είναι πιθανό να συμμετέχουν σε αυτή την διαδικασία με πιο σημαντικό την μείωση της αντίληψης του αισθήματος κορεσμού, λόγω της κοινωνικής αλληλεπίδρασης και της διέγερσης των συναισθημάτων.

2. Ο μιμητισμός

Χαρακτηριστικό είναι επίσης το γεγονός ότι η παρουσία ενός ή περισσοτέρων ατόμων δημιουργεί έντονες τάσεις μιμητισμού ως προς την διατροφική κατανάλωση. Όπως γνωρίζουμε από την ψυχολογία, οι άνθρωποι τείνουν να μιμούνται πολλές πτυχές των ατόμων με τα οποία έρχονται σε αλληλεπίδραση, συμπεριλαμβανομένης της στάσης του σώματος, των χειρονομιών και του τρόπου ομιλίας. Στο πεδίο της διατροφής, ο μιμητισμός έχει ως αποτέλεσμα η εικόνα ενός ατόμου που τρώει μια «μπουκιά» φαγητό να πυροδοτεί την ίδια αντίδραση και στον διπλανό του. Έτσι έχουμε σχεδόν συγχρονισμό στην πρόσληψη τροφής.

3. Το φύλο

Ο μιμητισμός αποτελεί ένα μόνο από τα στοιχεία που διαμορφώνουν την διατροφική μας συμπεριφορά όταν γευματίζουμε με άλλα άτομα. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει επίσης το φύλο του συνδαιτυμόνα μας, η οικειότητα που αισθανόμαστε μαζί του και η φύση της σχέσης που έχουμε. Πιο συγκεκριμένα, οι γυναίκες συνηθίζουν να καταναλώνουν μικρότερες ποσότητες φαγητού όταν η παρέα τους στο γεύμα είναι άντρες, απ’ ό,τι όταν είναι άτομα του ίδιου φύλου. Το ίδιο δεν φαίνεται να ισχύει και για τους άντρες, αφού σε σχετική έρευνα δεν επηρεάστηκαν οι διατροφικές τους επιλογές ανάλογα με το φύλο του συνδαιτυμόνα. Ένας λόγος που μπορεί να εξηγήσει αυτή τη συμπεριφορά, είναι ότι οι γυναίκες, όχι άδικα, συνδέουν την θηλυκότητα τους με την πρόσληψη φαγητού, αφού από μελέτες αποδεικνύεται ότι γυναίκες που τρώνε λιγότερο είναι πιο αρεστές από εκείνες που τρώνε πολύ.

4. Η οικειότητα

Όσον αφορά στην επίδραση της οικειότητας στην ποσότητα φαγητού που προσλαμβάνουμε, φαίνεται ότι και οι γυναίκες και οι άντρες τείνουν να καταναλώνουν λιγότερο φαγητό παρουσία ενός αγνώστου ή ενός ατόμου με το οποίο δεν έχουν αρκετή οικειότητα. Αυτό πιθανόν συμβαίνει επειδή στα πρώτα στάδια μιας γνωριμίας η επιθυμία μας να δημιουργήσουμε καλή εντύπωση μας οδηγεί σε πιο συγκρατημένη ενεργειακή πρόσληψη. Μεταξύ των διαφόρων σχέσεων που μπορούν να αναπτυχθούν μεταξύ δύο ατόμων, σε αντίστοιχη έρευνα που πραγματοποιήθηκε, φάνηκε ότι οι γυναίκες μαζί με τον σύντροφό τους κατανάλωναν την μεγαλύτερη ποσότητα φαγητού ενώ στους άντρες αυτό συμβαίνει όταν βρίσκονται με τους φίλους τους.

Γιατί η παρέα είναι ο καλύτερος… προπονητής στο τρέξιμο;

5. Το σωματικό βάρος

Ένας ακόμα παράγοντας που επιδρά στην διατροφική μας συμπεριφορά είναι το σωματικό μας βάρος αλλά και το σωματικό βάρος του ατόμου με το οποίο τρώμε μαζί. Μελέτη που πραγματοποιήθηκε με δείγμα υπέρβαρους και νορμοβαρείς (φυσιολογικού βάρους) νεαρούς, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα υπέρβαρα άτομα που γευμάτιζαν με ένα άλλο υπέρβαρο άτομο έτρωγαν περισσότερο απ’ ό,τι όταν ο διπλανός τους ήταν φυσιολογικού βάρους. Στους νορμοβαρείς δεν αποδείχτηκε κάτι αντίστοιχο, αφού η κατανάλωσή τους δεν επηρεάστηκε από το βάρος του άλλου ατόμου. Τα λανθασμένα στερεότυπα που θέλουν τα υπέρβαρα άτομα να καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες φαγητού, προφανώς αποτελεί ένα λόγο για τον οποίο άτομα με αυξημένο βάρος μπροστά στην παρουσία ενός νορμοβαρούς ή ενός μη οικείου ατόμου μειώνουν την ενεργειακή τους πρόσληψη. Αντιθέτως, το γεύμα μαζί με άλλο ένα υπέρβαρο άτομο μάλλον μειώνει τις αναστολές τους, με αποτέλεσμα την κατανάλωση περισσότερου φαγητού.

Συμπερασματικά

Καταλήγοντας, το συμπέρασμα που μπορούμε να εξάγουμε είναι ότι η διατροφική μας στάση γύρω από ένα τραπέζι είναι πολυδιάστατη και επηρεάζεται κυρίως από κοινωνικούς και ψυχολογικούς παράγοντες. Τα διατροφικά μας «πιστεύω» μάλλον παραμερίζονται και την θέση τους παίρνουν τα συναισθήματα που έχουμε για τους συνδαιτυμόνες μας και η ανάγκη μας να είμαστε αποδεκτοί.

* Η Φωτεινή Ρέβη είναι κλινικός Διαιτολόγος-Διατροφολόγος με επιπλέον μεταπτυχιακή εξειδίκευση (M.Sc) στην Αθλητική Διατροφή. Τα τελευταία 5 χρόνια, μετά την απόκτηση του πτυχίου της, εργάζεται σε πολυιατρείο της Καισαριανής στο διαιτολογικό τμήμα. Το άρθρο της δημοσιεύτηκε στο mednutrition.gr

Previous ArticleNext Article

Γιατί χάνεις κιλά τρώγοντας όσπρια;

Τα όσπρια βοηθούν στο αδυνάτισμα και μειώνουν τη χοληστερόλη!
Η διατροφή με φασόλια, φακές, ρεβίθια, αρακά και άλλα όσπρια βοηθά στην απώλεια βάρους.
Σύμφωνα με την μελέτη, τα όσπρια κάνουν κάποιον να νιώθει χορτασμένος, με συνέπεια να του κόβουν την όρεξη να φάει άλλο, πράγμα που βοηθά στην προσπάθειά του να αδυνατίσει.

Τα όσπρια κερδίζουν τη… μάχη κατά του λίπους!

Γιατί χάνεις κιλά με τα όσπρια

Οι ερευνητές του Νοσοκομείου «Άγιος Μιχαήλ» του Τορόντο, με επικεφαλής τον δρα Ράσελ ντε Σούζα, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο αμερικανικό περιοδικό κλινικής διατροφολογίας “American Journal of ClinicalNutrition”, αξιολόγησαν (μετα-ανάλυση) τα ευρήματα 21 κλινικών δοκιμών πάνω στα όσπρια.

Όπως διαπιστώθηκε, η κατανάλωση μιας μερίδας οσπρίων τη μέρα (γύρω στα 130 γραμμάρια) οδηγεί σε απώλεια περίπου 0,34 κιλών σε διάστημα έξι εβδομάδων. Αν και το όφελος δεν φαίνεται μεγάλο, οι ερευνητές επεσήμαναν ότι τα χαμένα αυτά κιλά δύσκολα επανέρχονται, πράγμα πιο σημαντικό.

Τα όσπρια μας “χορταίνουν” για περισσότερες ώρες από το κρέας

Τα όσπρια περιέχουν βιταμίνες, πρωτεϊνες, ίνες και μέταλλα, ενώ έχουν χαμηλό «γλυκαιμικό δείκτη». Εκτός από το βάρος, μειώνουν και τη χοληστερόλη, ιδίως την «κακή» (LDL).

Σύνδεσμός: Για την πρωτότυπη επιστημονική εργασία στη διεύθυνση:  http://ajcn.nutrition.org/content/early/2016/03/30/ajcn.115.124677.abstract

Πώς η σόγια μπορεί να μας ανεβάσει τη διάθεση;

Η κατανάλωση προϊόντων σόγιας, (υποκατάστατα κρέατος, γάλακτος, τυριού, κακάο, βουτύρου, σάλτσες, αναψυκτικά διαίτης, ζυμαρικά, ξηρές τροφές, μπισκότα κ.α.) όπως δείχνουν νέα δεδομένα, οδηγεί στην αύξηση της απόδοσης των πνευματικών λειτουργιών, στη βελτίωση της διάθεσης, ενώ είναι αδιαμφισβήτητη η δράση της στην επίτευξη και τη διατήρηση του ιδανικού σωματικού βάρους.

Σύμφωνα με νέες μελέτες και πιο συγκεκριμένα από το Πανεπιστήμιο του Missouri στο St Louis των ΗΠΑ, η σόγια έχει μεγάλη επίδραση στη διάθεση μας , με αποτέλεσμα η συστηματική κατανάλωσή της να οδηγεί σε μείωση του άγχους της καθημερινότητάς μας.

Μάλιστα, πέρα από την ελάττωση της ανησυχίας, της αμηχανίας και της νευρικότητας, παρατηρείται και αύξηση του αισθήματος της ευεξίας και της ενεργητικότητας με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζονται οι δυσκολίες της ζωής με έναν πιο αισιόδοξο τρόπο.

Μείωση βάρους 

Εκτός των ανωτέρω, κανείς δεν μπορεί πλέον να αμφισβητήσει την ευνοϊκή συμβολή της σόγιας στη μείωση του σωματικού βάρους και στη βελτίωση της ποιότητας της διατροφής. Η σόγια χαρακτηρίζεται από υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες, αντικαθιστώντας τροφές πλούσιες σε λίπη και υδατάνθρακες.

Για τους παραπάνω λόγους η σόγια θεωρείται πλέον από πολλούς ως  ένα πολλά υποσχόμενο τρόφιμο και όχι ως μια εποχική μόδα που θα φύγει σύντομα από το προσκήνιο.

Διαβάστε επίσης: Τα όσπρια μας “χορταίνουν” για περισσότερες ώρες από το κρέας

 

Με πληροφορίες από άρθρο της Άννας-Λουΐζας Χαλιάσου, Ιατρού, Διαβητολογικού Κέντρου Πανεπιστημίου Αθηνών και του Παναγιώτη Χαλβατσιώτη, Επίκουρου Καθηγητή, Διαβητολογικού Κέντρου Πανεπιστημίου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στο ygeiaonline.

x
Send this to a friend